Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

ΟΛΟΙ 0Ι ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ.. (Ραφαηλίδης)



ΟΛΟΙ 0Ι ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ.. (Ραφαηλίδης)

Το άρθρο αυτό είναι του αξέχαστου Βασίλη Ραφαηλίδη και δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ της 12-4-1987. Είναι το 9 κεφάλαιο του βιβλίου "Ελληνες και Νεοέλληνες" στο οποίο ο Ραφαηλίδης συγκέντρωσε τα κείμενα που είχε γράψει έχοντας σαν ερέθισμα γι΄αυτά το βιβλίο του Γερά­σιμου Κακλαμάνη «Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους»,

ΣΤΗΝ Ελλάδα, η πολιτική της λήθης συνυπάρχει αρ­μονικότατα με την πολιτική της μνήμης: Μας λένε πως δεν πρέπει να ξεχνάμε τους προγόνους μας και πως πρέπει να αισθανόμαστε υπερήφανοι γι' αυτούς.
Ταυτόχρονα, μας παροτρύνουν να ξεχνάμε επιλεκτι­κά την πρόσφατη ιστορία μας, προφανώς γιατί δεν συμβιβάζεται με τη «μεγάλη ιδέα», που οφείλουμε να έχουμε για προγόνους, που κανείς δε γνώρισε. Έτσι, η σχιζοφρενία εγκαθίσταται επί εθνικού επιπέδου.
   Πώς είναι δυνατό να αγαπάς τους άγνωστους και να αγνοείς τους γνωστούς, αν δεν έχεις μια γερή δόση τρέ­λας; Κατά ποια λογική βάζουμε όριο στο παρελθόν, όταν μιλάμε για «λήθη του παρελθόντος»; Μέχρι πού φτάνει το παρελθόν και πού πρέπει να ανοίξουμε το διακόπτη της μνήμης; Είναι δυνατό να θυμάται κανείς καλύτερα τα παλιά από τα πρόσφατα ιστορικά γεγονό­τα;
  Εδώ, είναι. Αρκεί να αντιμετωπίσεις την Ιστορία ως ένα σύνολο μύθων, που λειτουργούν έξω από χώρο και χρόνο.  ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ μας πρόγονοι υπήρξαν όντως. Αλλά κα­νείς δε θα μπορούσε να μας βεβαιώσει πως ήταν πρό­γονοι όλων ανεξαίρετα των νεοελλήνων.
'Αλλωστε, τι λόγο ύπαρξης θα μπορούσε να έχει ένα εθνικό «λίμπρο ντ' όρο», εκτός από το να υποδαυλίζει την ολοφάνερα μυθική αντίληψη για το «περιούσιον της φυλής», τούτη τη φρικτή μήτρα κάθε φασισμού, που εδράζεται πάντα στο ρατσισμό, ο οποίος με τη σει­ρά του είναι η πρακτική συνέπεια της «εθνικής υπερη­φάνειας» και άλλων τέτοιων ηχηρών και ανοήτων:
Τη στιγμή που δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αν ο φυσικός μας πατέρας είναι όντως ο φυσικός μας πα­τέρας, δεν αμφιβάλλουμε καθόλου πως ο Περικλής, για παράδειγμα, ενδέχεται να μην είναι προπροπροθείος μας και ο Σωκράτης προπροπροπάππος μας. Επειδή έχουμε οπωσδήποτε κάποιους φυσικούς προγόνους, αποφασίσαμε με μια αυθαιρεσία τυπικά ελληνική, που δεν έχει κανένα έρεισμα ούτε στη λογική, ούτε στην εθνολογία, ούτε στην κοινωνιολογία, πως πρέπει να αν­τιμετωπίζουμε αυτούς και όχι εκείνους ως προγόνους. Φυσικά, χωρίς να έχουμε την ευχέρεια να ρωτήσουμε τους υποτιθέμενους προγόνους, αν θα μας ήθελαν για απογόνους. Σκέφτεστε τα γέλια που θα έκανε ο Περι­κλής, αν είχαμε τη δυνατότητα να τον συναντήσουμε κάπου στο υπερπέραν και να τον ρωτήσουμε, αν ανα­γνωρίζει ως «γνήσιους» απογόνους του, π.χ. το Στυλια­νό Παττακό, ή έστω τον Κων. Καραμανλή;
Δεν είναι Έλληνας ο καθένας που μιλάει ελληνικά και υπερηφανεύεται σε γλώσσα ελληνική για την έτσι κι αλλιώς περιπλεγμένη του καταγωγή, για την οποία ου­δέν γνήσιον πιστοποιητικόν δύναται να προσκομίσει. Ολοι οι τίτλοι «γνησιότητας του αίματος» όλων των λα­ών είναι εξ ορισμού ψεύτικοι. Και κατασκευάζονται σε εγκεφάλους υπερθερμασμένους, εξαιτίας της υπερβολικής αραίωσης της φαιάς ουσίας, που καθιστά εύφλε­κτα τα εναπομένοντα μόρια.
Παρά (τα αυτονόητα) ταύτα, εμείς πιστεύουμε πως στην κορυφή του γενεαλογικού μας δέντρου βρίσκεται ένας και καμιά φορά δύο, αφού δύο είναι οι γεννήτο­ρες, διάσημοι αρχαιοέλληνες. Τούτη η τάση για την ανί­χνευση προγόνων εκεί που είναι αδύνατο να τους βρει κανείς, έχει την -ψυχολογική της αιτία: ' Οσο πιο βάρβα­ρος είναι  κανείς, τόσο εντονότερα νιώθει την ανάγκη ύπαρξης ευγενών προγόνων. Κι αν κρίνουμε από το μέ­γεθος της προγονοπληξίας μας, εμείς οι νεοέλληνες πρέ­πει να είμαστε εξόχως βάρβαροι. Μ' άλλα λόγια, και μόνο η προγονοπληξία είναι επαρκής λόγος απόρριψης της αιτήσεώς μας για χορήγηση πιστοποιητικού ευγε­νούς καταγωγής από ευγενή πνεύματα, τη στιγμή μάλι­στα που στερούμαστε σοβαρού πνεύματος, ευγενούς και μη, αδιακρίτως.
ΑΛΛΩΣΤΕ, όσο πιο ηλίθιος είναι κανείς, τόσο ευκο­λότερα πιστεύει σε παραμύθια περί ευγενούς μακρινής καταγωγής. Απ' αυτή την άποψη, η σημερινή Ελλάδα πρέπει να έχει περίσσευμα ηλιθίων. Που, δυστυχώς, δεν μπορούμε να τους εξάγουμε. Κανείς δε θα ήθελε στη δούλεψη του έναν ηλίθιο, έστω και... ' Ελληνα. Θα λέγαμε, μάλιστα, πως κανείς δε θα ήθελε στη δούλεψή του έναν ηλίθιο, που πλην του φυσικού (το της ηλιθιό­τητας) έχει και το επίκτητο μειονέκτημα να είναι νεο­έλληνας. Οι «αρχαίοι μας πρόγονοι» δεν υπερηφανεύονταν γιατί ήταν ' Ελληνες, αλλά διότι ήταν πολιτισμέ­νοι. Και όριζαν τον μη 'Ελληνα ως βάρβαρο. Σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό, καταλαβαίνουμε πόσο μη Έλληνες μας κάνει ο νεοελληνικός βαρβαρισμός μας. Λοιπόν, πρώτα να εκπολιτιστούμε και μετά να υπερηφανευτούμε. Οχι, βέβαια, για την καταγωγή μας, που θα παραμείνει για πάντα αβέβαιη, αλλά για τον πολιτισμό μας, τούτο το μοναδικό αγαθό, που δημι­ούργησαν οι αρχαίοι Έλληνες, και ας σταματήσουμε, επιτελούς, να τους ονομάζουμε προγόνους, πριν γελοιοποιηθούμε εντελώς και στην ΕΟΚ και αλλαχού.
0 Γεράσιμος Κακλαμάνης στο σημαδιακό βιβλίο του «Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους» (έκδοση του συγγραφέα), που και σήμερα μας προμήθευσε τα ερεθίσματα για όσα είπαμε και για όσα θα πούμε στη συνέχεια, λέει: «Κανονικά, κανένα πολιτικό κόμμα που θα ήθελε να χαρακτηρίζεται πολιτικό, δεν μπορεί να επικαλείται «λήθη του παρελθόντος». Χωρίς το παρελ­θόν των κομμάτων, δεν υπάρχει γι' αυτά ιδεολογικό και κοινωνικό παρόν, γιατί δεν υπάρχει κριτήριο και μέ­τρο κρίσης.
Καταλαβαίνουμε, τώρα, γιατί ενώ δοξάζεται το μα­κρινό παρελθόν, προτείνεται η λήθη για το κοντινό:
Δεν πρέπει να αποκτήσουμε κριτήριο και μέτρο κρί­σης. Γιατί, αν το αποκτούσαμε, θα καταλαβαίναμε πως ο καθένας μας έχει τους δικούς του προγόνους και το προσωπικό του γενεαλογικό δέντρο, που μπορεί να τον οδηγήσει παντού, εκτός από τη χαμένη μέσα στο χρόνο αρχαία Ελλάδα. Για να μην αρχίσει, λοιπόν, ο καθένας μας και ψάχνει δώθε κείθε για τους προσωπικούς του προγόνους, πράγμα που μπορεί να τον οδηγήσει στην Αλβανία, την Τουρκία, τη Βουλγαρία ή τη Ρουμανία και να δημιουργηθεί έτσι «εθνικό ζήτημα», μας προτεί­νουν οι δημαγωγοί έναν κοινό για όλους πρόγονο και νίπτουν τας χείρας των - που για να τας νίπτουν, δεν μπορεί, παρά να είναι βρώμικες.
Ο φασισμός είναι μια κοινή και καθημερινή κατά­σταση, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Ρομ. Το φασισμό, ως γνω­στό, δεν τον δημιούργησε ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσο­λίνι. Φασισμός είναι η πίστη σε μύθους, που προτείνον­ται ως πραγματικότητες και γίνονται αντιληπτές ως τέ­τοιες, καθώς και η επιλεκτική αντιμετώπιση του ιστορικού χρόνου με άλματα και κενά μνήμης, όπου βυθίζεται και χάνεται η Λογική, τούτο το υπέρτατο πο­λιτιστικό δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων, το τόσο σπάνιο σήμερα στον τόπο που κατοικούσαν εκείνοι, από τους οποίους κληρονομήσαμε το όνομα, για λόγους γεωγραφικούς και μόνο.
ΠΑΤΡΙΔΑ, στην κυριολεξία, σημαίνει «γη των πατέ­ρων». Αλλά οι δικοί μας μακρινοί πατεράδες τρέχα γύ­ρευε πού γεννήθηκαν και πού πέθαναν και για ποιους πρακτικούς λόγους ένας απ' αυτούς ήρθε και εγκατα­στάθηκε σ' αυτή την όμορφη και ήπια γωνιά της Με­σογείου, της οποίας το όνομα (Ελλάδα) διατηρεί ακέραια τη γεωγραφική του σημασία.
Λοιπόν, για να μας προτείνουν λήθη του παρελθόντος, χωρίς να ορίζουν με ακρίβεια πόσο μακρινό πρέπει να είναι το παρελθόν, που πρέπει να ξεχάσουμε, ση­μαίνει πως κάπου μέσα σ' αυτό το παρελθόν υπάρχουν εθνικές «τρύπες», κενές εθνικής συνείδησης και γεμά­τες εθνική αθλιότητα.
Ο Κακλαμάνης πιστεύει πως η προτεινόμενη λήθη μπορεί να καλύψει ιστορικό χρόνο μέχρι το 1844. Μέχρι τη χρονιά αυτή υπήρχαν ελπίδες πως το τεχνητό κρά­τος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, θα αποκτούσε ένα ουσιαστικό περιεχόμενο με την αποδοχή της πολυεθνικότητάς του και την απόρριψη του μύθου για την «ευγενική» καταγωγή μας.
Αλλά, από το 1844 και μετά, κάθε ελπίδα εκλείπει: Η Ορθοδοξία εισβάλλει για τα καλά στο Κράτος και το Κράτος αρπάζεται από την Ορθοδοξία για να δημιουρ­γήσει τεχνητά «εθνική συνοχή και εθνική υπερηφά­νεια».
Τούτο το σφιχταγκάλιασμα Κράτους και Ορθοδοξίας συνεχίζεται: Το Κράτος είναι η Εκκλησία και η Εκκλη­σία είναι παρακράτος. Τα πρόσφατα γεγονότα επιβε­βαιώνουν του λόγου το αληθές με τον πιο πανηγυρικό τρόπο: Μόλις το Κράτος έκανε πως αυτονομείται από την Εκκλησία, η τελευταία φρίαξε από οργή. Δε θα ήμασταν υπερβολικοί, αν λέγαμε πως ο προσεχής ελλη­νικός εμφύλιος πόλεμος θα αρχίσει στο προαύλιο κά­ποιας εκκλησίας και θα έχει ως ανομολόγητο αίτημα, απο τη μεριά μεν των «κρατικοφρόνων» τον περιορι­σμό των «κληρικοφρόνων» στα του οίκου τους, από τη μεριά δε των «κληρικοφρόνων» τη συνέχιση του ελέγχου του Κράτους από την Εκκλησία εκ του αφανούς και στο όνομα, πάντα, της «εθνικής ομοψυχίας», που οι παπάδες θα ήταν αδύνατο να καταλάβουν πως δεν είναι συνώνυμο της «θρησκευτικής ομοψυχίας».
Και με το δίκιο τους. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως η Ορθοδοξία, πάνω από έναν αιώνα τώρα, υποκα­θιστά σε τούτο τον έρμο τόπο την ελλείπουσα εθνική συνείδηση, που αντικαταστάθηκε με τη θρησκευτική συνείδηση.
Κανείς δε θα μπορούσε να κατηγορήσει τους παπάδες για τούτη τη σύγχυση. Δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν Ιστορία και Φιλοσοφία της Ιστορίας, πολύ περισσότερο όταν δε γνωρίζουν καν γράμματα, πέραν των αναγκαίων για την ανάγνωση της Αγίας Γραφής.
Που, πάλι καλά που δε μας την πρότειναν ως συγ­γραφή αμιγώς ελληνική, προορισμένη να σώσει απο­κλειστικά τους 'Ελληνες. 'Ολα θα μπορούσε να τα πε­ριμένει κανείς από ανθρώπους, που ακόμα δεν το πή­ραν απόφαση πως ο Θεός του χριστιανισμού δεν είναι παρά ο Γιαχβέ του ιουδαϊσμού ελαφρώς παραλλαγμέ­νος και πως ο Χριστός ήταν ένας Εβραίος, που απηύ­θυνε τη διδασκαλία του καταρχήν στους Εβραίους. (Ο δημιουργός του χριστιανισμού, νοούμενου ως υπερε­θνική θρησκεία, είναι ο Απόστολος Παύλος, όχι ο Χρι­στός, που δεν είχε καμιά απολύτως πρόθεση να γίνει ιδρυτής θρησκείας).
Ολόκληρη η ευθύνη για το λανθανόντως θεοκρατικό Κράτος που μας φορολογεί, ωστόσο, πολύ κοσμικά πέ­φτει στο ελληνικό κράτος, που στάθηκε ανίκανο να παρακάμψει το εμπόδιο της πολυεθνικότητας, χρίον­τας τους πάντες «ακραιφνώς» Έλληνες μυστηριωδώς πως και κάνοντας σχεδόν τους πάντες να μεταλαμβά­νουν της ελληνικότητας ομού μετά των Αχράντων Μυ­στηρίων -πράγμα που αποτελεί καθαυτό ένα μεγάλο μυστήριο, που, ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να ερμηνευ­θεί με όρους της Φιλοσοφίας της Ιστορίας, της επιστή­μης που ως καθοδηγούσα μεθοδολογική αρχή, λείπει από τους περισσότερους, πολύ άξιους, κατά τα άλλα, 'Ελληνες ιστορικούς. (Σημειώνουμε πως τον Κακλαμά­νη δε θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ιστορι­κό, αλλά φιλόσοφο της Ιστορίας. Καιρός είναι να μά­θουμε κι εδώ πως υπάρχει μια τέτοια αυτόνομη και αυ­τάρκης επιστήμη, που δεν πρέπει να συγχέεται με την επιστήμη της Ιστορίας).
Μ' αυτά και μ' άλλα πολλά, η πνευματική ενότητα του ελληνισμού, λέει ο Κακλαμάνης, μεταμορφώθηκε σε ιστορική ενότητα, πράγμα που ουδέποτε για την Ελ­λάδα υπήρξε. Και πώς να «υπάρξει», προσθέτουμε εμείς, όταν η πνευματικότητα συγχέεται σταθερά με τη θρησκευτικότητα και ο παπάς λέγεται και «πνευματι­κός»;
Πόθεν πνευματικός ο παπάς; Επειδή έχει μια χαλα­ρή, στις περισσότερες περιπτώσεις, σχέση με το Άγιο Πνεύμα; Άλλωστε, το πνεύμα δεν είναι μόνο άγιο, εί­ναι και ανθρώπινο. Και τα ανθρώπινα πρέπει να τα αν­τιμετωπίζουμε με ανθρώπινο πνεύμα. Όπως στη Φυ­σική και τη Χημεία, έτσι και στην Ιστορία και τη Φιλο­σοφία της Ιστορίας, το 'Αγιο Πνεύμα πολύ μικρό ρόλο παίζει. Παρά ταύτα, εδώ στην ημιθεοκρατική χώρα μας, ακόμα και ένα εργαστήριο Φυσικής θα το εγκαινιά­σει δι' αγιασμού ο παπάς. Και δεν καταλάβαμε προς το παρόν πώς τόσα χρόνια τώρα, που οι παπάδες εγκαινιά­ζουν δι' αγιασμού τη νέα σχολική περίοδο δεν τα κατά­φεραν να κάνουν τα σχολεία μας ικανά να παράγουν, εκτός από τούβλα και κούτσουρα, που, βέβαια, είναι μια πρόοδος, αφού πρόκειται για μετάθεση από την ανόργανη στην οργανική ύλη.
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ συνεχίζουμε να μαθαίνουμε κολλυ­βογράμματα, όπως έλεγαν τα γράμματα που μάθαιναν στό κρυφό σχολειό, όπου ο μαθητής, διδασκόμενος εν­τός της εκκλησίας, είχε την ευκαιρία να φάει και καμιά χούφτα κόλλυβα, γεγονός που ασφαλώς έπαιξε το ρόλο του στο να θέλει να είναι καλός μαθητής.
Προτείνουμε, λοιπόν, κατ' αναλογίαν, να επανεισαχθεί στα σχολεία τούτη η ελληνική και ιστορικά δοκι­μασμένη μέθοδος: Αν στο ισόγειο κάθε σχολείου υπάρ­χει ένα καλό εστιατόριο, όπου οι Ελληνόπαιδες, η «ελ­πίδα του έθνους», θα τρώνε τζάμπα, «υπάρχει κάποια ελπίδα η Ελλάδα να αποκτήσει και Παιδεία, εκτός, από υπουργό Παιδείας. Που αν δεν ήταν μαζί και Θρη­σκευμάτων θα ξυνόταν ολημερίς από αμηχανία».
Ούτως εχόντων των εκπαιδευτικοθρησκευτικών μας πραγμάτων, όπου τα Θρησκευτικά συνεχίζουν να είναι υποχρεωτικό μάθημα, προφανώς για να μη γίνουν οι Ελληνόπαιδες καλύτεροι' Ελληνες απ' ό,τι χριστιανοί, καλό είναι να πηγαίνει κανείς στην Εσπερία, προκειμέ­νου να μάθει γράμματα. Το καλό παράδειγμα το έδωσε έγκαιρα ο Κοραής. Αλλά εδώ, στη χώρα των νεοβαρβάρων, συνεχίζουμε να ειρωνευόμαστε τους σπουδαγμέ­νους στο εξωτερικό και να τους αποκαλούμε «εκτελω­νισμένους» και «εισαγόμενους».
Βλέπεις, συνηθίσαμε στα κολλυβογράμματα και καθέ­νας που κατάφερε να μάθει γράμματα μας φαίνεται εξαρχής ύποπτος εσχάτης προδοσίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου