Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ;



                             
  ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ;
                           Η υπόθεση του ιστορικού Χάϊνζ Ρίχτερ

Δεν στοχεύουμε φυσικά να αποτιμήσουμε το έργο του «Η Μάχη της Κρήτης» στο βαθμό που δεν έχουμε προλάβει να το διαβάσουμε. Η τεκμηρίωση όμως είναι ικανοποιητική όσο τα επίμαχα σημεία που θα οδηγήσουν τον συγγραφέα στο εδώλιο του κατηγορουμένου κυριολεχτικά  για τις ιδέες του. Στο τέλος αντί επιλόγου  παραθέτουμε την άποψη  του ανθρώπου που παρουσίασε το επίμαχο βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό των Χανίων.
Στην εποχή του ακραίου μηδενισμού που ζούμε, ιδεολογία ονομάζεται το ατομικό συμφέρον που μάλιστα είναι και ιστορικά δικαιωμένο και  εμείς ως ιθαγενής  πρέπει να δεχτούμε το δίκιο τους, το αρχέγονο  συνώνυμο του ατομικού συμφέροντος. Το βιβλίο αυτό ήταν πραγματικά άγνωστο και έγινε 3 χρόνια μετά την έκδοση του γνωστό στο Πανελλήνιο, μόλις το 2014, όταν το Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου αποφάσισε να κάνει  τον Ρίχτερ επίτιμο διδάκτορα. Η δίωξη έγινε μετά από  καταγγελία, ότι το βιβλίο όψιμα προσβάλει το κοινό  αίσθημα του Κρητικού λαού. Φυσικά και δεν θα μείνουμε στην ενδεχόμενη κακεντρέχεια ατόμου ή ατόμων, να πούμε μόνο πως η Γκεστάμπο  προκαλούσε τρόμο  εξαιτίας των ανωνύμων καταγγελιών.
Η αιτία της δίωξης του Ρίχτερ δεν είναι η απόκρυψη ή η δικαιολογία των εγκλημάτων πολέμου που έκανε η Βέρμαχτ στην Μάχη της Κρήτης. Δεν αρνείται ούτε την δικαιολογεί τα εγκλήματα  αλλά προσπαθεί να τα εξηγήσει. Συνεπώς ούτε τυπικά δεν παραβιάζετε το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νόμου. Η βασική αιτία της δίωξης, από την σκοπιά του κοινωνικού αυτοματισμού ,είναι γιατί το ερμηνευτικό μοντέλο του Ρίχτερ αμφισβητεί την αναπαραγωγή της φαντασιακής έννοιας του Ελληνικού εθνοτικού εθνικισμού. Που επιφυλάσσει  στην ιστορία τον ρόλο να αποδεικνύει στο διηνεκές την εθνική δηλαδή καθολική αντίσταση του λαού μας και μάλιστα ότι ήταν η μαζικότερη στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα αμφισβητεί την σημασία που συνήθως δίνουμε στην Μάχη της Κρήτης για την εξέλιξη του Β! Παγκόσμιο Πόλεμο Η αντίσταση δεν είναι τάση ηρωικής αυτοκτονίας αλλά αγώνα για επιβίωση. Έτσι η αντίσταση που ποτέ δεν ήταν καθολική ούτε μαζική, είχε περισσότερη ανάπτυξη στα μέρη εκείνα που οι Γερμανοί δεν είχαν  πρόθεση να χρησιμοποίηση δυνάμεις για να τις ελέγχουν και ο κίνδυνος θανάτου μικρότερος. Το Ε.Α.Μ  είχε μεγαλύτερη επιρροή,  όχι  λόγω της αριστερότητα  του Έλληνα   αλλά γιατί έλυνε το ζήτημα του επισιτισμού, έδινε ασφάλεια στην ύπαιθρο με την δημιουργία θεσμών κρατικών και αυτοδιοικητικών, κοινωνικοποίησε την γυναίκα και δημιουργία μιας κάποιας κοινωνικής ζωής. Το ερμηνευτικά  μοντέλα τύπο Ρίχτερ μας βοηθάει να μάθουμε σημαντικά γεγονότα  της ιστορίας μας που η εξουσία θα μας είχε αποκρήψεί.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «ρατσισμός» του Ρίχτερ. Σύμφωνα με τον νόμο ρατσισμός  είναι η καλλιέργεια μίσους και βίας ενάντια σε μειονοτικές ομάδες .   Η  ερμηνεία φυσικά ενός ιστορικού γεγονότος δεν κάνει κάτι τέτοιο. Να ρωτήσουμε όμως είναι ο Κρητικός λαός στην Ελλάδα είναι μειονοτική ομάδα και ο Ρίχτερ πλειοψηφική;;
Ας αποφασίσει όμως η Ελληνική κοινωνά τι είναι Ο Ρίχτερ. Αριστερός ,φίλος του Ε.ΑΜ και του Δ.Σ.Ε, μέλος του S.P.D  που όντως είναι εδώ και 40 χρόνια ή είναι ότι μας συμφέρει κάθε φορά.
Ελευθερία σκέψης και συνείδησης(Χανιώτικα Νέα από τις  10/02/2015)
Κύριε διευθυντά
Στις 4/8/2011 στην έγκριτη εφημερίδα σας το βιβλίο που ολίγοι ανέγνωσαν και πολλοί κατέκριναν
 Πρόκειται για τον τόμο του Χ.Ρίχτερ (καθηγητή σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Μανχάιμ) « Η  Μάχη της Κρήτη ς»’
 Το βιβλίο δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την περιόδου πριν και κατά την εισβολή του γερμανικού στρατού στην Κρήτη και οφείλει να κριθεί με επιστημονικά μόνο  κριτήρια. Τον τελευταίο καιρό πολλοί, άσχετοι με το αντικείμενο της ιστορίας κατέκριναν. Κάποιοι το ονόμασαν κατάπτυστο χωρίς να το έχουν αναγνώσει, άλλοι βρήκαν ψεγάδι ακόμα και στις φωτογραφίες που δημοσιεύει. Και αυτοί που το ανέγνωσαν καλά κάνουν να έχουν άποψη.
Προσοχή όμως: Σε λίγο καιρό ίσως ποινικοποιηθεί  και η έκφραση της άποψης. Ήδη στην Γαλλία υπάρχει αδίκημα με την ονομασία «Έγκλημα Σκέψης» η καταδίκη του δικαιώματος στη διαφορετικότητα  στο όνομα της.
Κων/νος Κνιθάκης
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Παν/μίου Βιέννης

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ΥΠΗΡΞΕ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΧΟΥΝΤΑ;



Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.

 Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει χωρίς περιστροφές για το Πολυτεχνείο, τη γενιά του και την αντίσταση κατά της χούντας

 ΣΧΟΛΙΑ (91) 3811 Από την LIFO TEAM

 Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απʼ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο,
άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας ταʼλεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά. Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο. Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απʼτο εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια. Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε. Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες...ή περίπου. Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο. Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη. Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα. Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση. Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου. Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια. Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα. Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως. Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο. Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί. Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου. Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα. Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας. Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους. Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ. Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα. Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας. Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων. Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απʼτους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα. Δημοφιλείς ηθοποιοί εκείνης της εποχής ποζάρουν με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο Δημοφιλείς ηθοποιοί εκείνης της εποχής ποζάρουν με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού. Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα. Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων. Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος. Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί! Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθʼοιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας. Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει. Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει. Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο. Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απʼτην ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απʼτο εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια. Ακούστε τώρα και τον Γιώργο Σεφέρη στο περίφημο κείμενο του κατά της χούντας , γραμμένο το Μάρτιο του 1969 . Του χρειάστηκαν δυο χρόνια για να αποφασίσει να μιλήσει , λίγο πριν πεθάνει : « Είναι μια κατάσταση ( η χούντα) που όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνο και μόχθο πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στο έλος , μέσα στα τελματωμένα νερά. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου.." Γιατί κύριε ; Είναι στάση πνευματικού ανθρώπου αυτή; "Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα πολιτικό δεσμό και μπορώ να πω χωρίς φόβο και πάθος : Βλέπω μπροστά μου το γκρεμό που μας οδηγεί η καταπίεση.Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει . Είναι εθνική επιταγή..." Σύμφωνοι , σεβαστέ μου , μεγάλε ποιητή.Όμως και οι δικτάτορες για εθνική επιταγή μιλούν . Ποιες από τις δυο εθνικές επιταγές είναι η σωστή ; Σας βεβαιώ καμία . Η δικτατορία δεν είναι λύση . Όμως ούτε η μεγαλόστομη αοριστολογία ενός σπουδαίου ποιητή που συνήθισε να κρύβεται πίσω απ` την αμφισημία της ποίησης είναι λύση . Πάντως ο Σεφέρης μίλησε . Ο Ελύτης δε μίλησε. Πάρα πολλοί δε μίλησαν. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος. Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής. Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει. Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα. Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού. Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

 Πηγές: 1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.

 2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7 Πηγή: www.lifo.gr

H διαχρονική απάτη του "έθνους". Βασίλη Ραφαηλίδη



H διαχρονική απάτη του "έθνους". Βασίλη Ραφαηλίδη(περίληψη)
Στο παραπάνω άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Έθνος” το μακρινό 1987

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα..
Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους.
Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ’ ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.
Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ’ τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες».
Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.
 Δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο.
Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη..
ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη.
Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.
Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ’ τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η  ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές
Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου.
ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.
Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.
Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα.
Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ’ την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα.
Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος».
Επειδή κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν’ αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος.
Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ’ αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.
Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού.
Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους.
ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο. Μ’ άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ’ τη φυλετική του προέλευση.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΡΙΧΤΕΡ: ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ



«Αντιρατσιστική» εθνική λογοκρισία
Του Ιού
Δημοσιεύτηκε στο tvxs(Ανεξάρτητη ενημέρωση) στις :
19:23 | 19 Απρ. 2015

Οταν το περασμένο καλοκαίρι ερχόταν για ψήφιση στη Βουλή το «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο της κυβέρνησης Σαμαρά (νυν Ν.4285), από τις στήλες τούτης εδώ της εφημερίδας είχαμε προειδοποιήσει (26.8.2014) ότι το περιβόητο άρθρο 2, με το οποίο ποινικοποιείται η «δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων» πολέμου και γενοκτονιών, είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσει λογοκριτικά για την ιστορική έρευνα στη χώρα μας.

Στο ίδιο μήκος κύματος, 139 ιστορικοί απηύθυναν μέσω της «Εφ.Συν.» έκκληση προς την κυβέρνηση να αποσύρει το επίμαχο άρθρο (2.9.2014). Τελικά, το τελευταίο ψηφίστηκε από τους βουλευτές της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ – με μόνη τιμητική εξαίρεση, στην τελευταία περίπτωση, τη Μαρία Ρεπούση.
Αντιμέτωποι μ’ αυτές τις προειδοποιήσεις, οι αρμόδιοι παρείχαν τότε αφειδώς διαβεβαιώσεις πως η επίμαχη διάταξη ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περιστολή του έργου των ιστορικών. «Σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκεται η απαγόρευση ή ιδεολογική χειραγώγηση της επιστημονικής έρευνας», ισχυριζόταν π.χ. η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, απόσπασμα που ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου επανέλαβε αυτολεξεί κατά την αγόρευσή του πριν από την ψηφοφορία (Πρακτικά Βουλής, σ.2.605-6).
Επιφυλακτικότερη, η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής στη δική της έκθεση (1.9.2014) έκρινε πάντως ότι «θα ήταν σκόπιμο, ελλείψει ειδικής ρύθμισης στην ελληνική νομοθεσία και προς διευκόλυνση της εφαρμογής της προτεινόμενης διάταξης, να εισαχθεί ειδικός λόγος άρσης του αδίκου της περιγραφόμενης συμπεριφοράς» στην περίπτωση της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας. Δυστυχώς, η πρότασή της δεν εισακούστηκε.

Το τελευταίο και το πρώτο βιβλίο του Ρίχτερ: από την εξύμνηση στην καταγγελία του «βρόμικου» ανταρτοπόλεμου |
Επτά μήνες μετά, διαθέτουμε πλέον απτές αποδείξεις για τη χρήση που η δικαστική εξουσία επιφύλαξε σ' αυτή την επίφοβη διάταξη. Αποδείξεις που, δυστυχώς, επιβεβαιώνουν πλήρως τις αρχικές επιφυλάξεις όσων εναντιώθηκαν στην ψήφισή της: η μοναδική δίωξη με βάση το άρθρο 2 του Ν.4285 που έχει γνωστοποιηθεί μέχρι σήμερα δεν στρέφεται κατά κάποιου ναζιστή που καλεί σε επανάληψη του Ολοκαυτώματος, αλλά εναντίον ενός γνωστού Γερμανού ιστορικού που υποστηρίζει απλώς θέσεις για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μάχη της Κρήτης οι οποίες αποκλίνουν απ’ όσα πρεσβεύει η επικρατούσα στη χώρα μας άποψη.
Θέσεις που κάθε άλλο παρά σύμφωνους μας βρίσκουν ως ερευνητική ομάδα, η ποινική όμως δίωξη των οποίων σηματοδοτεί μια εξέλιξη επικίνδυνη για την επιστημονική έρευνα και τις δημοκρατικές ελευθερίες στον τόπο μας.
Δίωξη για λόγους «εθνικούς»
Η υπόθεση ξεκίνησε τον περασμένο Νοέμβριο, με τις επεισοδιακές αντιδράσεις μερίδας της τοπικής κοινωνίας του Ρεθύμνου στην αναγόρευση του Χάιντς Ρίχτερ, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μανχάιμ, σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οπως διαπιστώνουμε από δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου, ενορχηστρωτής αυτών των αντιδράσεων ήταν ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Μανούσος Παραγιουδάκης, και πέτρα του σκανδάλου το περιεχόμενο του τελευταίου βιβλίου του Ρίχτερ, με τίτλο «Η μάχη της Κρήτης» (2011). Η προγραμματισμένη τελετή ματαιώθηκε και η αναγόρευση πραγματοποιήθηκε τελικά με την κάλυψη της τοπικής φοιτητικής κατάληψης, το συντονιστικό όργανο της οποίας φρόντισε να διευκρινίσει πως η προάσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας εκ μέρους του δεν σημαίνει και συμφωνία με τις απόψεις του Γερμανού ιστορικού.
Τη σκυτάλη από τον απόστρατο στρατηγό παρέλαβε μερικές μέρες αργότερα η δικαστική εξουσία, με τη διενέργεια προανάκρισης από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου Γιώργο Πατεράκη για ενδεχόμενη παραβίαση του Ν.4285. Ως μάρτυρες κατηγορίας κατά του βιβλίου κατέθεσαν ο κ. Παραγιουδάκης και ο βουλευτής Ηρακλείου της Ν.Δ., Λευτέρης Αυγενάκης.
Τελική κατάληξη της όλης διαδικασίας υπήρξε η δίωξη του συγγραφέα για «άρνηση των εγκλημάτων του ναζισμού και των εγκλημάτων πολέμου», η οποία «στρέφεται κατά του Κρητικού Λαού και ενέχει υβριστικό χαρακτήρα», και η έκδοση ειδικής εισαγγελικής απόφασης για τη δημοσιοποίησή της «προς κατασίγαση της γενικής κατακραυγής που προκλήθηκε στην τοπική κοινωνία της Κρήτης, για την αντιμετώπιση της κοινωνικής αναστατώσεως και προς αποσόβηση κάθε ενδεχόμενης ακραίας αντίδρασης».
Η απόφαση για τη δημοσιοποίηση -«διά του Τύπου και επί ένα δεκαήμερο»- εκδόθηκε δύο μόνο μέρες πριν από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές (23.1), η είδηση όμως επισκιάστηκε από τις πολιτικές εξελίξεις, με αποτέλεσμα να μεταδοθεί από τα ΜΜΕ μόλις στα μέσα Μαρτίου.
Από το δεκασέλιδο κείμενο της εισαγγελικής απόφασης διαπιστώνουμε πως, αντί για την εξαγγελθείσα προστασία μειονοτικών ομάδων από επικίνδυνα γι’ αυτές ρατσιστικά κηρύγματα, ο Ν.4285 χρησιμοποιείται στην πράξη ως εκσυγχρονισμένη μορφή της εμφυλιοπολεμικής φρονηματικής νομοθεσίας περί «αναμόχλευσης παθών» και «πρόκλησης των πολιτών σε διχόνοια».
Μπορεί το επίμαχο άρθρο 2 να θέτει ως προϋπόθεση την εκδήλωση του αδικήματος εναντίον κάποιας μειονοτικής «ομάδας προσώπων ή μέλους της που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία», η Εισαγγελία Ρεθύμνου δεν δυσκολεύτηκε όμως ν’ αναγορεύσει σε τέτοια ομάδα τον «Κρητικό Λαό», με κεφαλαία και στο σύνολό του.
Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του διωκόμενου εγκλήματος, όπως αναπτύσσεται στο εισαγγελικό έγγραφο. Ο Ρίχτερ κατηγορείται όχι για άρνηση των εγκλημάτων πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ στην Κρήτη σε βάρος του άμαχου πληθυσμού, αλλά για σχετικοποίησή τους μέσω της επίκλησης του υφιστάμενου τότε δικαίου του πολέμου και άλλων «ελαφρυντικών» περιστάσεων: ενώ δεν αρνείται πως ο γερμανικός στρατός πραγματοποίησε εκτελέσεις αμάχων κατά τη διάρκεια της μάχης, τις αποδίδει στην ένοπλη αντίσταση που πρόβαλαν στους εισβολείς άτακτα σώματα πολιτών χωρίς εμφανή διακριτικά, οργανωμένα από τη βρετανική Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE).
Με άλλα λόγια, από την ποινικοποίηση της «κακόβουλης άρνησης» των εγκλημάτων πολέμου περνάμε στη διασταλτική ποινικοποίηση της (αντισυμβατικής ή μη αρεστής) ερμηνείας τους.
Το πραγματικό ιδεολογικό υπόστρωμα της δίωξης αποκαλύπτεται ωστόσο πλήρως στο 18ο από τα 20 στοιχεία που επικαλείται η εισαγγελία. Βάσει αυτού, ο Ρίχτερ παραπέμπεται σε δίκη (και) επειδή απορρίπτει σαν «εθνικό μύθο» τη διαδεδομένη στη χώρα μας πεποίθηση πως η μάχη της Κρήτης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιβράδυνση της ναζιστικής εισβολής στην ΕΣΣΔ και, συνακόλουθα, στην έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Προς αντίκρουσή του, ο εισαγγελέας του Ρεθύμνου επιστρατεύει ως αυτοσχέδιος ιστορικός κάποιο τσιτάτο του Σοβιετικού στρατηγού Ζούκοφ.
Μπορεί φυσικά κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί μ’ αυτή την εκτίμηση, που ο Γερμανός ιστορικός έχει υποστηρίξει ήδη από τη διατριβή του (τ.Α', σ.125-6) κι αναλύσει πολύ εκτενέστερα σε προηγούμενο βιβλίο του («Η ιταλογερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος», Αθήνα 1998, σ.635-58). Από πού κι ώς πού, όμως, η αμφισβήτηση της κοσμοϊστορικής σημασίας των αγώνων του ελληνικού έθνους συνιστά ποινικό -και δη «ρατσιστικό»- αδίκημα;
Η σκιά των «μεντόρων»
Εκτός από την επικινδυνότητα της επίμαχης «αντιρατσιστικής» διάταξης, η υπόθεση Ρίχτερ αποδεικνύεται ωστόσο διαφωτιστική και σ’ ένα άλλο επίπεδο: την κατάδειξη των ρευστών ορίων που διαχωρίζουν την εθνικοφροσύνη και τον μιλιταρισμό του πανευρωπαϊκού «μεσαίου χώρου» από τη σχετικοποίηση των ναζιστικών εγκλημάτων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Χάιντς Ρίχτερ δεν είναι ναζί αλλά, όπως ο ίδιος τονίζει και στο απολογητικό υπόμνημά του προς την Εισαγγελία Ρεθύμνου, μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) εδώ και 40 χρόνια.  
Η διδακτορική του διατριβή, που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1973 και στην Αθήνα το 1976 με τίτλο «Δυο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα 1936-1946», είναι σαφώς αριστερόστροφη, θετικά διακείμενη προς το ΕΑΜ και -κυρίως- τη «δημοκρατική πτέρυγα» του ΕΔΕΣ.
Ο επικεφαλής της τελευταίας, Κομνηνός Πυρομάγλου, όχι μόνο προλογίζει το έργο αλλά επιπλέον, σύμφωνα με τον ίδιο τον Ρίχτερ, «βοήθησε ουσιαστικά στη συγγραφή με τις συμβουλές του, την προθυμία του να διευκρινίζει κάθε ερώτημα και την εποικοδομητική κριτική του» (τ.Α', σ.6). Η υποδοχή του βιβλίου στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης υπήρξε ως εκ τούτου ενθουσιώδης, ο δε συγγραφέας του αρθρογραφούσε τακτικά στο περιοδικό «Αντί» για ζητήματα ελληνικής ιστορίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το δεύτερο βιβλίο του («Η αγγλική επέμβαση στην Ελλάδα, 1945-46»), που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1985 και στην Αθήνα το 1997.
   
Φλώρια Κανδάνου. Λίγες δεκάδες μέτρα χωρίζουν τέσσερα διαφορετικά μνημεία που αναφέρονται στην ίδια εποχή. Στη μία πλευρά του δρόμου, το χιτλερικό μνημείο των αλπινιστών που «έπεσαν για τη Μεγάλη Γερμανία στις 23.5.1941», συντηρούμενο από τον Δήμο Κανδάνου και την Ενωση Ορεινών Καταδρομών Κάτω Φραγκονίας με ειρηνιστική παρένδυση, βεβηλωμένο συμβολικά από αντιφασίστες ακτιβιστές. Ακριβώς απέναντι, οι στήλες με τα ονόματα των χωρικών που έπεσαν πολεμώντας στην ίδια μάχη ή εκτελέστηκαν από τα κατοχικά στρατεύματα το 1941 και το 1944. Λίγο παραδίπλα, τέλος, ένα εικονοστάσι για 4 αδέρφια που τουφεκίστηκαν εκεί το 1944 αλλά δεν μνημονεύονται στην επίσημη στήλ 
 

Οι πρώτες αντιρρήσεις για το έργο του θα διατυπωθούν μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ’80, από έναν άλλο Γερμανό ιστορικό – τον Χάγκεν Φλάισερ, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης κι εν συνεχεία της Αθήνας.
Στην ελληνόγλωσση αναθεωρημένη έκδοση της δικής του διατριβής, ο Φλάισερ κατηγορεί επανειλημμένα τον Ρίχτερ για ανακρίβειες, παραποιήσεις, επιλεκτική χρήση και αυθαίρετη «συμπλήρωση» των πηγών προκειμένου να εξωραϊστεί η εικόνα του ΕΔΕΣ, ν’ αποσιωπηθεί η έκταση της συνεργασίας του με τους Γερμανούς αλλά και να επιρριφθούν στους Βρετανούς περισσότερες ευθύνες για την υποδαύλιση του ενδοελληνικού εμφυλίου απ’ ό,τι προκύπτει από τα διαθέσιμα τεκμήρια («Στέμμα και Σβάστικα», τ.Α', σ.153, 155, 265, 301, 376 & 392, και τ.Β', σ.221, 241, 246, 257 & 364).
Κάποιες απ’ αυτές τις παραποιήσεις αποδίδονται ρητά στην πρόθεση του συγγραφέα ν’ αναβαθμίσει τον ρόλο του «μέντορά του» Πυρομάγλου και να τον απαλλάξει προσωπικά από κάθε ευθύνη για τις συνεννοήσεις του ΕΔΕΣ με τα κατοχικά στρατεύματα το 1943-44.
Οπως διαπιστώνουμε από τις εισαγωγές των επόμενων βιβλίων του, η συμβολή ενός τουλάχιστον τέτοιου «μέντορα» αναγνωρίζεται κάθε φορά από τον Ρίχτερ ως καταλυτική για το συγγραφικό του έργο.
Στην «Ιστορία της Κύπρου» που εξέδωσε το 2004, εν όψει της εισδοχής της μεγαλονήσου στην Ε.Ε., κατατάσσει «στην πρώτη θέση» όσων συνέβαλαν στη συγγραφή το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι διευθυντές και συνεργάτες του οποίου «στηρίζουν εδώ και χρόνια τη δουλειά [του] και κατά καιρούς εκπλήρωσαν τις δύσκολες επιθυμίες» του (σ.17-8).
Στα στρατιωτικά πάλι έργα του για τον πόλεμο του 1940-41 και τη μάχη της Κρήτης, ρητή είναι η αναφορά του στη βοήθεια που του πρόσφερε το ελληνικό ΓΕΣ, ξεναγώντας τον στα οχυρά της γραμμής Μεταξά και στα πεδία των μαχών στην Κρήτη («Η ιταλογερμανική επίθεση», όπ.π., σ.15, και «Η μάχη της Κρήτης», Αθήνα 2011, σ.13). Εξ ου και ο όποιος «διάλογος» αναπτύσσεται εκεί με την ελληνική ιστοριογραφία αφορά σχεδόν αποκλειστικά στρατιωτικούς συγγραφείς, αγνοώντας ουσιαστικά την υπόλοιπη, μη υπηρεσιακή βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων δεκαετιών.
Οι διασυνδέσεις αυτές εξηγούν, πιθανότατα, και τους λόγους που επέβαλαν εν έτει 2000 την παρασημοφορία του Ρίχτερ από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, με τον χρυσό σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα. Μια πιο χαριτωμένη πτυχή τους καταγράφεται σε παλιότερη επιστολή του κ. Παραγιουδάκη προς τον συγγραφέα (25.7.2011), επιστολή που ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ δημοσιοποίησε την παραμονή των πρόσφατων επεισοδίων: «Προ της παρουσιάσεως του βιβλίου "Η Μάχη της Κρήτης" και πριν λάβω γνώση του περιεχομένου του, σας επέδωσα ένα μικρό, προσωπικό αναμνηστικό, πιστεύοντας ότι με το πολυσέλιδο έργο σας αναγνωρίζετε τον ηρωικό αγώνα των Συμμάχων και του Κρητικού λαού, με την ευκαιρία της επετείου των 70 ετών. Μετά τα όσα εκθέτω [ως συμπεράσματα από την ανάγνωση του βιβλίου], θεωρώ ότι οι λόγοι για τους οποίους σας επέδωσα το αναμνηστικό δεν υφίστανται και παρακαλώ να μου το επιστρέψετε με το σχετικό σημείωμα» (Αγώνας της Κρήτης Online, 18.11.2014).
Στη «Μάχη της Κρήτης», ως βασικός μέντορας αναγνωρίζεται ωστόσο (όχι το ελληνικό ΓΕΣ αλλά) ο δεξιός Γερμανός δημοσιογράφος Εγκον Σέρερ: αυτός παρακίνησε τον Ρίχτερ να γράψει το βιβλίο, προσφέροντας υλικό και συμβουλές, προοριζόταν μάλιστα αρχικά για δεύτερος συγγραφέας του, προτού οι δυο άνδρες διαπιστώσουν πως οι απόψεις τους για τα γεγονότα και το μοντέλο αφήγησης «διέφεραν κατά πολύ» (σ.10).
Οπως διαπιστώνουμε από μια στοιχειώδη αναζήτηση στο Διαδίκτυο, ο Σέρερ είναι γνωστός στη Γερμανία κυρίως για τα φλογερά άρθρα του σχετικά με τα «εγκλήματα πολέμου» της συμμαχικής αεροπορίας κατά των γερμανικών πόλεων.
Ο αναγνώστης έχει πάντα δίκιο
Ενα δεύτερο κλειδί για την κατανόηση της «στροφής» του Ρίχτερ, από την ένθερμη συνηγορία υπέρ της ελληνικής αντίστασης στη δικαιολόγηση των κατοχικών στρατευμάτων, είναι η διαρκής προσαρμογή του στα στερεότυπα και τις προσδοκίες του αναγνωστικού του κοινού.
Μολονότι άκρως «φιλελληνικό», το βιβλίο του για την Κύπρο ξεκινά λ.χ. με μια άκρως οριενταλιστική αντιδιαστολή των «εξευρωπαϊσμένων» Ελληνοκυπρίων από τους Ελλαδίτες που παραμένουν δέσμιοι των «πελατειακών σχέσεων» (σ.15-6). Στα έργα του για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ορατή είναι πάλι η προνομιακή απεύθυνση στο κοινό της «στρατιωτικής ιστορίας», με αποτέλεσμα την υπόκλιση στην κουλτούρα και τις «αξίες» του μιλιταρισμού – όχι μόνο του γερμανικού, όπως διαπιστώνουμε από την ενθουσιώδη περιγραφή της «Γραμμής Μεταξά» («Η ιταλογερμανική...», σ.25-6).
Διαφωτιστικότατες είναι και οι σχεδόν απολογητικές εξηγήσεις του, στη «Μάχη της Κρήτης», για ποιο λόγο απέφυγε να στηριχτεί σε «φανταστικές αφηγήσεις» βετεράνων που «εξυμνούν τον πόλεμο» και «προκαλούν μεν την τέρψη του αναγνώστη, αλλά δεν υπηρετούν την ιστορική αλήθεια και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως πηγές για ένα επιστημονικό σύγγραμμα» (σ.11).
Η «Μάχη της Κρήτης» δεν αποτελεί ως εκ τούτου ναζιστικό σύγγραμμα, αλλά παρέμβαση στη φορτισμένη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται στη Γερμανία εδώ και δύο δεκαετίες, σχετικά με τον ρόλο και τα εγκλήματα της Βέρμαχτ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρέμβαση που υιοθετεί την εκεί «εθνικά ορθή» επιχειρηματολογία, για τον διαχωρισμό του «εθνικού» στρατού από τα «κομματικά» SS και των «παραδοσιακών» εγκλημάτων πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ (πυρπολήσεις χωριών, εκτελέσεις χωρικών και ομήρων ως μέσα καταστολής του αντάρτικου) από τα «αμιγώς πολιτικά» εγκλήματα του χιτλερικού καθεστώτος, όπως το Ολοκαύτωμα.
Ο σοσιαλδημοκράτης συγγραφέας ταυτίζεται έτσι τελικά μ’ έναν υποθετικό «μεσαίο χώρο» του γερμανικού μιλιταρισμού, εξαπολύοντας άσφαιρα πυρά κατά του γερμανικού «εθνικισμού» και διαχωρίζοντας τεχνητά τον εθνικοσοσιαλισμό από το στρατοκρατικό πλέγμα που τον γέννησε, τον τροφοδότησε και συμπορεύθηκε μαζί του μέχρι την ήττα στον αγώνα για μια «Μεγάλη Γερμανία».
Με βάση αυτή τη λογική, ο ανταρτοπόλεμος κατά των κατοχικών δυνάμεων χαρακτηρίζεται «βρόμικος και κτηνώδης» (σ.442), σε αντιδιαστολή προς τον «ιπποτικό» πόλεμο των επαγγελματιών στρατιωτικών (σ.438). Τα αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού δικαιολογούνται διακριτικά ως απάντηση στην καταπάτηση του διεθνούς δικαίου από τους αντάρτες, με υπερπροβολή των βιαιοτήτων που αυτοί διέπραξαν σε βάρος αιχμαλώτων ή τραυματιών αλεξιπτωτιστών.
Η αντίσταση των πολιτών στους εισβολείς πιστώνεται αποκλειστικά και μόνο στην (υπαρκτή) προεργασία της βρετανικής SOE, ως «η μόνη λογική και ευλογοφανής εξήγηση» της διαφορετικής στάσης του πληθυσμού απέναντι στους εισβολείς σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα (σ.396). Παρά την προσήλωσή του στα τεχνικά ζητήματα, ο Ρίχτερ παραβλέπει εδώ την οφθαλμοφανή διαφορά των μεθόδων κατάκτησης και το γεγονός ότι πολύ πιο εύκολα αποφασίζει ένας πολίτης να χτυπήσει διάσπαρτους αλεξιπτωτιστές, απ’ ό,τι συμπαγείς φάλαγγες θωρακισμένων.
Διαχρονική σταθερά, η έντονα αντιβρετανικη φόρτιση του συγγραφέα, που στη Μεταπολίτευση έκανε τις αναλύσεις του ιδιαίτερα προσφιλείς στους Ελληνες αριστερούς, διευκόλυνε εμφανώς αυτή τη στροφή. Εξίσου καθοριστική φαίνεται όμως πως υπήρξε και η διάχυτη συναίνεση που επικρατεί μετά το 1989 στον γερμανικό «μεσαίο χώρο», όσον αφορά την πολιτική αποκατάσταση του έθνους και της στρατιωτικής του πυγμής.
Το επίμαχο βιβλίο κλείνει έτσι με την πικρόχολη παρατήρηση πως «οι Γερμανοί που είχαν πολεμήσει στην Κρήτη βρήκαν εκεί [στους Νεοζηλανδούς ομολόγους τους] την αναγνώριση που τους στερούν μέχρι σήμερα στην πατρίδα τους, παρότι στο μεταξύ Γερμανοί στρατιώτες συμμετέχουν σε αποστολές στο εξωτερικό» (σ.450).
Να καταργηθεί
Αυτά όσον αφορά τον Χάιντς Ρίχτερ και τη δίωξή του. Ο υποψιασμένος όμως αναγνώστης δεν μπορεί να μην υποσημειώσει ότι παρόμοιες αναλύσεις δεν διατυπώνονται στη χώρα μας για πρώτη φορά. Εδώ και μιάμιση δεκαετία, ένας κύκλος Ελλήνων πολιτικών επιστημόνων-ιστορικών, αυτοανακηρυγμένος το 2004 σε «νέο ρεύμα» και «φρέσκια ματιά» της ελληνικής ιστοριογραφίας, προβάλλει την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία, επιρρίπτοντας στο αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ την πρωταρχική ευθύνη για την αιματοχυσία των κατοχικών χρόνων, των γερμανικών αντιποίνων συμπεριλαμβανομένων. Φυσικά, κανείς εισαγγελέας δεν διανοήθηκε (και πολύ σωστά) ν’ ασκήσει δίωξη εναντίον επιφανών καθηγητών του Αριστοτελείου ή του Γέιλ για παραβίαση του «αντιρατσιστικού» νόμου.
Ενας απ’ αυτούς, ο ιστορικός Βάιος Καλογρηάς, έχει προταθεί από τον Ρίχτερ ως βασικός μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του που έχει προγραμματιστεί για τις 2 Σεπτεμβρίου. Επιλογή αποκαλυπτική για τις ωσμώσεις του ευρύτερου χώρου: στην αναθεωρημένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής του που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2008 και στη Θεσσαλονίκη το 2012 με τίτλο «Το αντίπαλο δέος», ο Καλογρηάς βαφτίζει τους ταγματασφαλίτες της Βόρειας Ελλάδας «εθνικιστές», αναγορεύει τις δωσιλογικές αρχές «νόμιμη αντίσταση» (σ.151-78) και την κρατική συνεργασία με τον κατακτητή «πατριωτική» πρακτική (σ.19), χαρακτηρίζει δε την «εαμοκρατία» του 1944 -δηλαδή την απελευθέρωση- σαν «νέα κατοχή» (σ.363).
Η προοπτική που ανοίγει με τη δικαστική δίωξη του Γερμανού ιστορικού είναι ως εκ τούτου μάλλον ευδιάγνωστη: ο σταδιακός εθισμός του κοινού στη μεταφορά των φορτισμένων συζητήσεων για το παρελθόν από τα πανεπιστημιακά θρανία, τα επιστημονικά πάνελ και τις σελίδες των εφημερίδων στα δικαστικά έδρανα, με κάποιους αποφοίτους της Νομικής ν’ αναγορεύονται από την κληρωτίδα σε ύψιστους διαμορφωτές της εικόνας που επιτρέπεται να σχηματίσουν οι Ελληνες για την ιστορία του τόπου τους. Ατραπός επικίνδυνη από κάθε άποψη – και, οπωσδήποτε, αποκρουστική για μια πολιτισμένη κοινωνία.
Το διά ταύτα είναι εξαιρετικά απλό: να καταργηθεί άμεσα το λογοκριτικό άρθρο 2, με μια απλή διάταξη σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο. Πολιτικό πρόβλημα δεν υπάρχει, αφού τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν πέρσι καταψηφίσει την επίμαχη διάταξη. Ο μόνος δε που θα κερδίσει από μια τέτοια κίνηση είναι η δημοκρατία μας.