Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Είναι ο άνθρωπος μια δυνατότητα προς το καλύτερο;



     
                       
Ο άνθρωπος είναι μια δυνατότητα προς το καλύτερο ή το χειρότερο, έλεγε ο γέρο Μαρξ. Όταν οι γονείς μας, είχαν  την ατυχή έμπνευση να μας φέρουν στον κόσμο, μας έφεραν  στον στίβο της μάχης που ονομάζεται ζωή. Το πώς ενεργούμε σε αυτόν τον πόλεμο, εξαρτάται από την επιλογή, της εμπιστοσύνης ή της ανυπαρξίας  της , προς στους άλλους ανθρώπους. Πιο από τα δυο είναι το σωστό και τα  δυο και  μάλιστα  η δεύτερη επιλογή, στατιστικά αφορά τους περισσότερους. Το πώς επηρεάζουν αυτές  οι επιλογές, την κοινωνικότητα  του ατόμου είναι το θέμα μας.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης, είναι μια εύλογη επιλογή γιατί σε προστατεύει από τις κακοτοπιές. Βασίζεσαι μόνο στις ατομικές σου δυνατότητες και δεν κινδυνεύεις να σε χρησιμοποιήσει κάποιος με τον οποίο έχεις σχέσεις εμπιστοσύνης, μια και όλοι ενδιαφέρονται για τα ατομικά τους συμφέροντα. Δυστυχώς όμως για να ζήσει το άτομο είναι απαραίτητο να ζει σε κοινωνίες, να συναναστρέφεται δηλαδή αναγκαστικά με άλλους ανθρώπους. Αυτή η επιλογή καθορίζει και την αντίληψη για την κοινωνία και τον κόσμο. Η γνώση της ανθρωπότητας δεν έχει για αυτόν καμία σημασία μια και έχει ανακαλυφτεί από άλλους που και αυτοί δούλευαν για το ατομικό τους συμφέρον και τα γραφόμενα τους έχουν μοναδικό στόχο να το εξυπηρετήσουν. Μοναδικό μέσο για αυτά τα άτομα που χρησιμοποιήσουν στην πραχτική ζωή είναι η ατομική εμπειρία, που σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα  της ζωής. Από την άλλη πως μπορεί να ισορροπήσει μια κοινωνία, όταν ο καθένας χρησιμοποιεί κάθε μέσο για το ατομικό του συμφέρον, πως θα επιβιώσει μια κοινωνία, άρα πως θα ζήσουν τα άτομα που την αποτελούν; Πρέπει να υπάρχει μια δύναμη που να στέκει πάνω από τα ατομικά συμφέροντα, τα οποία πρέπει να καταστέλλει  όταν αυτά παίρνουν αντικοινωνικό χαρακτήρα. Αυτή η δύναμη όπως όλοι ξέρουμε είναι το κράτος  το οποίο δεν μπορεί να είναι ούτε  ουδέτερο ούτε δίκαιο, μια και αποτελείται  από ανθρώπους που και αυτοί με την σειρά  τους πρέπει να υπερασπίσουν τα ατομικά τους  συμφέροντα. Φυσικά το να μην εμπιστεύεσαι κανένα, στην πράξη  δεν ισχύει, ομαδοποιούμαστε, είτε μέσω της οικογένειας, είτε μέσω της εργασίας, είτε μέσω ομάδας συμφερόντων , είτε μέσω κόμματος, κινήματος ή σωματείου. Η σύγκρουση αυτών των συμφερόντων και η ισορροπία που την ακολουθεί, καθορίζουν και το είδος της κρατικής παρέμβασης και το είδος του κράτους. Τα  άτομα, όμως που θεωρούν  ότι ο άνθρωπος είναι αποκλειστικά μια δυνατότητα προς το χειρότερο, μπορεί να κοινωνικοποιούνται ή ομαδοποιούνται, αλλά δεν εμπιστεύονται αυτούς τους ανθρώπους που είναι φορείς της κοινωνικοποίησης τους.  Μάλιστα ζουν σε μια συνεχή ανασφάλεια, λόγω της αναγκαστικής σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να δείχνουν ότι έχουν με τα μέλη της ομάδας τους. Έτσι η λειτουργία των ομάδων βασίζεται, σε ένα συνεχή ανταγωνισμό για να ανέλθουν ιεραρχικά τα άτομα και να εξασφαλίσουν μια σχετική ασφάλεια για κάποιο διάστημα. Οι ομάδες φυσικά έχουν συνοχή, γιατί η έξοδος από αυτές , θα ήταν   καταστροφική για κάποιον που  θεωρεί κάθε άλλο άτομο, ανταγωνιστή. Πρακτικά η επιβίωση τους, θεωρούν ότι  σχετίζεται με την σχέση υποταγής  είτε με την   ηγεσία της ομάδας, είτε με την κρατική εξουσία. Το πραγματικό , όμως βουνό για τα άτομα αυτών των αντιλήψεων, είναι  η καθημερινότητα  και ειδικά ο ελεύθερος χρόνος, ειδικά για εκείνους που πρέπει να παίζουν τον ρόλο, του προοδευτικού και  εκείνου που θέλει  είτε να μεταρρυθμίσει είτε να αλλάξει ριζικά την κοινωνία, αφού σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους κάτι τέτοιο ούτε έγινε ούτε θα γίνει ποτέ μια και ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από την ατομικότητα του και να μην ανταγωνίζεται τους άλλους. Το διαχρονικό  και αιώνιο είναι μόνο η εξουσία που μας επιτρέπει να ζούμε χωρίς να σφαζόμαστε.  Έτσι οι ανθρώπινες τους σχέσεις, είναι τόσο απρόσωπες, ώστε μοιάζουν με σχέση πραγμάτων. Αυτή  η σκόπελος ξεπερνιέται με το γέμισα του χρόνου με δράσεις, χόμπι, ασχολία με το σώμα, με άλλες δραστηριότητες ή με την πλήρη απομόνωση πέρα από την συναναστροφή στην πρακτική επιβίωση σαν μέλη οικογένειας ή στην δουλεία. Συνηθισμένο είναι να τα κάνουν όλα μαζί , έτσι μειώνουν τον χρόνο σκέψης και απόκτησης γνώσης, που δεν έχει για αυτούς καμιά αξία, μια και η ατομική εμπειρία μέτρα μόνο  στην επιβίωση. Φυσικά σε μια κοινωνία του 21ου αιώνα κανείς δεν επιβιώνει χωρίς γνώση και πληροφορία, όμως κανείς δεν μπορεί να μας υποχρεώσει, η γνώση να είναι μεγαλύτερη από την αναγκαία στο επάγγελμα και στον κοινωνικό ρόλο.  Τι κρίμα όμως που πρέπει να δείχνουν, ότι συμμετέχουν στο προϊόν της διασκέδασης. Δεν μπορούν φυσικά, να χαρούν από την ομορφιά  της ανθρώπινης συναναστροφής, αρά την συμμετοχή σε χώρους διασκέδασης την κατανοούν ως ρόλο. Η απόλαυση δεν έχει κανένα άλλο νόημα πέρα από το να δείξουν, την ομάδα στην οποία ανήκουν και η οποία τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Έτσι υπάρχουν επιτρεπόμενα, ποτά, φαγητά, μουσική και λέξεις. Για να μην αναφερθούμε στην ατυχία, των παιδιών που τους έχουν γονείς.


Πριν να αναλύσουμε την επιλογή της εμπιστοσύνης και να συμπληρώσουμε όσα δεν έχουμε πει αντιθετικά, να τονίσουμε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που να ακολουθούν απόλυτα την μια ή την άλλη επιλογή. Ότι ο άνθρωπος είναι δυνατότητα προς το καλύτερο ή το αντίθετο είναι μια επιλογή κοσμοαντίληψης. Η επιλογή της εμπιστοσύνης στον άλλο άνθρωπο δεν είναι τίποτα άλλο από ένας ρομαντικός οπτιμισμός, που περιέχει έντονα το φαντασιακό και καθόλου το φανταστικό στοιχείο. Αυτή η άλλη επιλογή κοσμοαντίληψης είναι επιλογή που η πηγή της μας πάει πίσω στην εποχή που είμαστε έφηβοι. Η αισιόδοξη ή απαισιόδοξη επιλογή, έχει να κάνει από τον τρόπο που δεχόμαστε το άλλο φύλο που την ύπαρξη του μόνο  τότε κατανοούμε. Αν το θεωρήσουμε σαν κάτι επίφοβο μα και ελκυστικό και σαγηνευτικό και κάτι που πρέπει να το κατανοήσουμε και να προσπαθούμε να ενωθούμε μαζί του τότε ακολουθούμε την οπτιμιστική επιλογή. Αν το θεωρήσουμε σαν  κάτι   επίφοβο και  εχθρικό που όμως πρέπει να συνάψουμε σχέση με κάποιο μέλος του ,γιατί αυτό επιβάλει ο κοινωνικός ρόλος και η ατομική επιβίωση, τότε κάνουμε την πεσιμιστική επιλογή. Χωρίς, την πιο πάνω επιλογή είναι αρκετά  δύσκολο αν όχι αδύνατο, να θεωρήσουμε την σύναψη σχέσεων εμπιστοσύνης με κάποιο άλλο άνθρωπο, σαν κάτι επικερδές στον πόλεμο που διεξάγουμε και συνήθως αποκαλούμε ζωή. Το άτομο του άλλου φύλου που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε σχέση εμπιστοσύνης (ερωτική αγάπη)  είναι το πρώτο απόλυτα διαφορετικό απέναντι στον εαυτό μας άτομο   που συναναστρεφόμαστε και κατά συνέπεια η υπέρβαση του φόβου μας , ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μας βοήθα να ρισκάρουμε να εμπιστευόμαστε τους άλλους. Αυτή η αρχή περνά σε κάθε εκδήλωση της ζωής. Η ανάγκη της γνώσης και τις κατανόησης του κόσμου και κυρίως των άλλων ανθρώπων, αποκτά ζωτική αξία στην επιβίωση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αντέξει, το άτομο, την συνηθισμένη απογοήτευση, που περιλαμβάνει η σχέση εμπιστοσύνης με κάποιον. Επίσης μια σχέση εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να επιβεβαιώνεται μόνο στο επίπεδο των λόγων και των  δηλώσεων, πρέπει να υπάρχει και στο επίπεδο της πράξης. Που θα πρέπει να είναι μια πράξη που να δίνει στους κοινωνούς της σχέσης εμπιστοσύνης, την αίσθηση της μοναδικότητας. Η πράξη δηλαδή, για να επιβιώσεις μέσα από μια τέτοια στάση ζωής, δεν πρέπει να είναι τετριμμένη και η ίδια πράξη δεν μπορεί να παίρνει την μορφή της μονοτονίας από την συχνή επανάληψη.  Η δημιουργικότητα  γίνεται στοιχείο επιβίωσης, έτσι η διάψευση από τον άλλο δεν αποτελεί στοιχείο που οδηγεί στην αντικοινωνικότητα, αλλά αντίθετα στο βάθεμα της κοινωνικοποίησης των ατόμων. Η αλλαγή, η μεταρρύθμιση  και η δημιουργία της ρομαντικής εικόνας ενός αλλού κόσμου, πιο φιλικού στις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μας, γίνεται στοιχείο απαραίτητο για την ατομική επιβίωση και την συνέχεια της ζωής, όχι φυσικά μόνο της ατομικής, μια και πλέον στην ατομική ταυτότητα έχει γλιστρήσει η εικόνα του ανθρώπου που είναι δυνατότητα για το καλύτερο. Αυτός ο ρομαντικός οπτιμισμός, έχει οδηγήσει τμήμα της  διανόηση να κατανοήσει τον κόσμο και να φτιάξει  εικόνες  κόσμων ελευθερίας που μπορούν να διαδεχτούν τον δικό μας. Φυσικά η ελευθερία σε ένα κόσμο σαν το δικό μας,  ειδικά για εκείνους που επιλέγουν την κοσμοαντίληψη της μη εμπιστοσύνης είναι το μεγαλύτερο φόβητρο για το άτομο. Γι αυτό όταν χρησιμοποιούμε τον όρο ελευθερία, συνήθως δεν εννοούμε κάτι εμπεριστατωμένο, αλλά την απαλλαγή  από όσα  μας μπαίνουν εμπόδιο. Σημαντική πλευρά της αισιόδοξης επιλογής, είναι η ανάγκη ευδαιμονισμού και απολαύσεων, γιατί μέσω της απόλαυσης μπορείς  να αντέξεις στην διεκδίκηση σχέσεων εμπιστοσύνης και να αισθανθείς έστω και στιγμιαία την ταύτιση με κάποιο μέχρι τότε άγνωστο άτομο, που είναι η μέγιστη των απολαύσεων.


 Όταν μιλά κάποιος  για αλλαγές, επαναστάσεις , δικαιότερες κοινωνίες και στην καθημερινότητα του δεν εμπιστεύεται κανένα, επιδιώκει να είναι στον πυρήνα κάποιας εξουσίας, για να νοιώσει, όπως εσφαλμένα νομίζει, μερικές στιγμές σιγουριάς, ως μόνιμος νικητής του ανταγωνισμού.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ




Ο καπιταλισμός στην προσπάθεια υπέρβασης των κρίσεων του, έχει επιλέξει, μέχρι στιγμής, στον 21ο αιώνα, τον Αραβικό κόσμο σαν το προνομιακό θέατρο, τοπικών πολέμων. Η αιτία, είναι από την μια μεριά το μέγεθος του, 300εκατομύρια πληθυσμός, άρα μεγάλες προοπτικές κέρδους στην μετά τον πόλεμο περίοδο ανασυγκρότησης, αλλά κυρίως λόγω του εφήμερου τρόπου που δημιουργήθηκαν τα αραβικά κράτη, που κάνουν εύκολη την διάσπαση τους.

Έχουμε αρκετές φορές την μονομερή σκέψη, ότι περίπου όλα τα κράτη δημιουργήθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Για να κατανοήσουμε και την κατάσταση και την διαφορά, πρέπει να εκθέσουμε την ιδεολογική βάση πάνω στην οποία βασίστηκε η ίδρυση των δυτικών καπιταλιστικών κρατών. Η μεγαλύτερη ίσως τομή στην ιστορία των ανθρώπινων ιδεών, υπήρξε η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η βασική τομή που προσέφερε η διακήρυξη, ήταν ότι πλέον το κάθε κράτος είναι υπεύθυνο για την επιβίωση των πολιτών του. Οι πολίτες από την πλευρά τους διαθέτουν από την φύση, μια σειρά δικαιωμάτων, αναπαλλοτρίωτων, απέναντι στο κράτος, που διασφαλιζόταν από τα συντάγματα. Αυτό ,δηλαδή, που στην γλώσσα των ιδεών ονομάζεται, αστικός φιλελευθερισμός. Το ενοποιητικό, στοιχείο στην δημιουργία των κρατών, το έδωσε ο εθνικισμός, που είναι και η πιο απλή μορφή ενότητας των ανθρώπων, δηλαδή οι άνθρωποι που ζουν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν κοινό πολιτισμό, μπορούν να αποτελέσουν  λαό, ο οποίος με την σειρά του μπορεί να δημιουργήσει ένα έθνος κράτος. Τα ενοποιητικά στοιχεία για την δημιουργία της ενότητας που ονομάζεται λαός, δεν έχει καμία σημασία αν συνήθως είναι φαντασιακά. Φυσικά έχουμε τα πολυεθνικά κράτη που μπορούμε να τα χωρίσουμε σε δυο κατηγορίες. Τα πολυεθνικά κράτη, που δημιούργησαν οι αγγλοσάξονες άποικοι, Η.Π.Α, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και τα κράτη που παρέμειναν από παλαιότερες εποχές, Αυστροουγγαρία μέχρι τον πρώτο πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο , η Σ.Ε και η Ρωσία, . Όσο αφορά τις πρώτες, η συνοχή των λαών και η «εθνική» συνείδηση, βασίζεται στο καπιταλιστικό όνειρο, δηλαδή στον ευδαιμονισμό των πολιτών τους. Σε αυτό , οφείλετε, η προοδευτικότητα, η δυναμική και η νεότητα τους, συγκριτικά με τον δικό μας γερασμένο κόσμο. Όλα αυτά, η δημιουργία δηλαδή των καπιταλιστικών κρατών, υπήρξε μια τεράστια πρόοδο στην ανθρώπινη ιστορία, παρά το γεγονός πως η συνοχή που προσφέρει η έννοια λαός, είναι μια ενότητα χαλαρή που δεν απαντά στην εξασφάλιση της επιβίωσης για όλους τους ανθρώπους. Η έννοια λαός, δίνει μια ιδιαιτερότητα στα μέλη του, πολύ πιο περίπλοκη και συνεκτική από την πίστη για παράδειγμα στην ίδια θρησκεία, που είναι μια χαλαρότερη και μη «υλική» μορφή ενότητας. Ο λαός δίνει την δυνατότητα να κατανοούν οι άνθρωποι την θέση που θέλουν να έχουν στον κόσμο.


Η Αίγυπτος, είναι ίσως το μοναδικό αραβικό κράτος που δεν είναι τεχνητό κατασκεύασμα, αποτέλεσμα συμβιβασμού των συμφερόντων των μεγάλων «παιχτών» μετά το πέρας της αποικιοκρατίας, Η.Π.Α, Σ.Ε κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως, Μ.Βρετανία  και Γαλλία. Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, το μεγάλο έργο, των Γάλλων αρχαιολόγων, ιστορικών και επιστημόνων που παρέμειναν και μετά την ήττα του Ναπολέοντα από τον Οράτιο Νέλσονα και οι «πεφωτισμένες»  Αλβανικές ηγεσίες της Αιγύπτου, βοήθησαν τους Αιγύπτιους να αποκτήσουν «δικιά» τους εθνική ιστορία, να θεωρούν δηλαδή ότι έχουν την δικά τους εθνική ιδιαιτερότητα, σε σχέση με τους άλλους ομόθρησκους τους άραβες. Έτσι, η δημιουργία, του Αιγυπτιακού κράτος βασίστηκε σε κάποια μορφή διαφωτισμού με την δυτική έννοια που του δίνει, ευτυχώς για την περιοχή μας μεγαλύτερη συνοχή, δυστυχώς αυτό δεν το κάνει δημοκρατικότερο στο πεδίο της άσκησης της εξουσίας. Τα υπόλοιπα, αραβικά κράτη που προέκυψαν από το πέρας της αποικιοκρατίας, είτε βασιζόταν στις τοπικές κοινωνίες που ήταν άθροισμα φυλετικών ομάδων, η Ιορδανία για παράδειγμα αποτελείται από 8 οικογένειες (φυλετικές ομάδες), είτε από τεχνητές ενώσεις γεωγραφικών χώρων, που κατοικούσαν διαφορετικοί λαοί. Η συνοχή αυτών των κρατών, βασιζόταν στον βίαιο χαρακτήρα των καθεστώτων, αλλά και στην συμμαχία είτε με της Η.Π.Α είτε την Σ.Ε, ή και με τις δυο σε διαφορετικές περιόδους. Οι άραβες μιλούν αραβικές διαλέχτους και η επικοινωνία τους βασίζεται στην γλώσσα του Κορανίου, που είναι η κοινή αραβική γλώσσα. Να θυμηθούμε, ότι ο διαφωτισμός για τους Βαλκανικούς λαούς που οδήγησε στις επαναστάσεις και στην ίδρυση των Βαλκανικών κρατών, ξεκίνησε από την δημιουργία κοινής λόγιας γλώσσας.  Η έννοια, αραβικός λαός, δεν υφίσταστε, δηλαδή ο Μαροκινός δεν αισθάνεται κανένα είδος ριζικής διαφορετικότητας από ένα για παράδειγμα, Σύριο άραβα που να συνιστά, εθνική ταυτότητα, άρα ανάγκη για ίδρυση διαφορετικού κράτους. Αντιθέτως, αισθάνεται την ενότητα, με τους άλλους αραβικούς λαούς μέσω της  θρησκείας, η οποία όπως τονίσαμε παραπάνω, είναι χαλαρός δεσμός, που παραπέμπει σε κάποια μορφής πνευματική ενότητα, που δεν επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό  ώστε να οδηγεί στην δημιουργία κοινωνιών διαφορετικών, ως ξεχωριστά έθνη κράτη. Όπως ήταν φυσικό, το πέρασμα στην σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, δημιούργησε πρόβλημα συνοχής αυτών των καθεστώτων που έπεσαν εύκολα θύματα και έγιναν το σύγχρονο θέατρο τοπικών πολέμων που αξιοποιεί ο καπιταλισμός για να καταστρέψει το κεφάλαιο που είναι αναγκαίο, για να ξεπεράσει την κρίση του. Ίσως, είναι το τέλος της περιόδου, που καπιταλισμός στην δύση, βασίστηκε, στον τουρισμό, στην βιομηχανία των υπηρεσιών, της τεχνολογίας παρακολούθησης και στην εξαγωγή κεφαλαίου. 


 Σίγουρα, η περιοχή της Μέσης Ανατολής, μπαίνει σε μια νέα ιστορική περίοδο. Άραγε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, θα περάσουν μια ιδιότυπη περίοδο διαφωτισμού;; Ώστε να αποκτήσουν συνείδηση της θέσης τους στον σύγχρονο κόσμο και να αποκτήσουν κοινωνίες με συνοχή, που θα βελτιώσει την ζωή τους;;   

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

15ο ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΙΗΜΕΡΟ Οι φιλοπόλεμοι εχθροί του πολέμου



                                       
Στις 8 Απρίλη ξεκίνησαν, δέκα μέρες πριν από ότι συνήθως , οι νεολαιίστικες εκδηλώσεις στο πάρκο  Ειρήνης και Φιλίας των Λαών. Την συγκεκριμένη την διοργανώνεσαι  η φοιτητική παράταξη Ενωτική Πρωτοβουλία, το πρώτο αντιπολεμικό διήμερο, διοργανώθηκε με αφορμή τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία. Το διήμερο, είχε επιτυχία ,στο πολιτιστικό του κομμάτι, όπου είχε και μαζικότητα. Τα διήμερα έχουν ίσως, στον τομέα της μουσικής , την πιο μεγάλη επιτυχία, γιατί κατ ουσία προβάλουν την σημαντική δημιουργία των αρκετών φοιτητικών μουσικών σχημάτων. Εμείς θα αναφερθούμε στην κεντρική συζήτηση με θέμα «Πόλεμος  σημαίνει προσφυγιά, η αντίσταση των λαών θα νικήσει»


 Ο πρώτος ομιλητής , Παύλος Αντωνόπουλος από την Ο.Λ.Μ.Ε, εξέφρασε μια μεταμοντέρνα εκδοχή των αντιλήψεων της Μπρεζνεφικής σχολής  του Βαζιούλιν, θεωρώντας ότι η εποχή μας είναι «η εποχή των πολέμων». Εξήγησε αναλυτικά, γιατί η κρίση του καπιταλισμού οδηγεί στην λύση του πολέμου. Δεν εξήγησε όμως, γιατί ο καπιταλισμός , θα επιλέξει την μόνιμη κατάσταση του ολοκληρωτικού πολέμου και πώς θα ξεπεράσει την κρίση του.  Ποίες, αγορές άραγε θα κατακτήσει μετά το πέρας  της καταστροφής, ποιους εργάτες θα εκμεταλλεύεται, πως υπάρχουν   καπιταλιστές χωρίς εργάτες; Ο αποδεικτικός ίστρος του ομιλητή, οδηγούσε στο συμπέρασμα, ότι η καταθλιπτική υπεροχή του καπιταλισμού κάνει αναπόφευκτη την προοπτική του γενικευμένου πολέμου, για τον κόσμο μας. Ευτυχώς υπάρχει το εφεύρημα  του λαού, ο οποίος ως άγγελος της καλοσύνης , κάποτε  θα κατανοήσει το καλό και το κακό και  θα επιβάλει το βασίλειο του καλού. Επειδή, φυσικά, τέτοιο παράδειγμα δεν υπάρχει τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια, πρέπει να καταφύγουμε στο φαντασιακό επίπεδο. Έχουμε ελπίδα να μην καταστραφούμε, σύμφωνα με τον κ. Παύλο, λόγω του ότι η αριστερά στην Ελλάδα έχει επιρροή, άραγε πως το συμπέρανε  αφού σύμφωνα με την ομιλία του ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εντολοδόχος των καπιταλιστών και συμφωνά  με τον ίδιο δεν είναι αριστερά, επειδή το ΠΕΚΑΚΑ νίκησε στο Κομπάνι  και τέλος  γιατί  οι Ρώσοι  εθνικιστές, που αυτοαποκαλούνται κομμουνιστές, της Ουκρανίας  έφτιαξαν Σοβιέτ.  Ευτυχώς που το ακροατήριο ήταν μικρό  και με σύνθεση ανθρώπων που δραστηριοποιούνται κινηματικά, άρα πρέπει να είναι αισιόδοξοι και μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά τα παραπάνω. Ο δημοσιογράφος του «Πριν»  και της «Ημερησίας»  Γιώργος  Παυλόπουλος, ο δεύτερος ομιλητής , παρά τις επιμέρους διαφωνίες, απλά συμπλήρωσε με δημοσιογραφικές πληροφορίες, έξω από τα πλαίσια, όπως είπε, των Μ.Μ.Ε. Ο εκλαϊκευτικός του λόγος, έδειξε το μεταφυσικό βάθος των αντιλήψεων. Αναφέρω ενδεικτικά μόνο την φράση «αυτά δεν είναι προβλήματα  δικά μας αλλά του καπιταλισμού. Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους κινμηματικούς χώρους , μέσα στο πλαίσιο της δράσης με αποκλειστικό σκοπό την ατομοκεντρική επιβίωση, δεν κατανοούν ότι βρισκόμαστε στον πλανήτη γη, στην Ευρωπαϊκή  Ήπειρο, είμαστε μέλος της Ε.Ε  και το κοινωνικό καθεστώς που κυριαρχεί στην ανθρωπότητα είναι ο καπιταλισμός. Τι επιδιώκουν όμως και μόνο το παραπάνω δείχνε ότι δεν στοχεύουν στην κοινωνική αλλαγή γιατί  βρίσκονται στον  ιδεατό κόσμο  της οργάνωσης τους, δεν θέλουν να πείσουν κανένα έξω από το κινηματικό πλαίσιο;; Κατά την γνώμη μου  πιστεύουν ότι εφόσον η μεαρρυθμιστική  αριστερά, κατόρθωσε να κυβερνήσει όταν δεν μπόρεσαν τα κόμματα εξουσίας , γιατί και οι ίδιοι να μην μπορούν να  πάρουν την εξουσία, αν γίνει γενικευμένος πόλεμος, αφού στον Α! παγκόσμιο οι μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία.


Ενδιαφέρον είχαν από την μια μεριά η σημειολογία αρκετών εκφράσεων,  ενώ από την άλλη η έλλειψη συνάφειας με τις ιδέες που δηλώνουν ότι εκπροσωπούν. Αναφέρθηκαν στο ισλαμικό κράτος, με τον όρο ισλαμοφασιστικό. Βέβαια ο κ. Γιώργος διαφώνησε με το αμίμητο επιχείρημα, ότι δεν είναι όλοι οι Ισλαμιστές φασίστες. Κανένας Ισλαμιστής δεν είναι ούτε φασίστας ούτε ναζί, αφού η έννοια λαός για αυτούς δεν βασίζεται στην ύπαρξη έθνους ή φυλής. Οποιοσδήποτε ανεξάρτητα χρώματος, εθνικής καταγωγής, γλώσσας ,κουλτούρας, τόπου καταγωγής, μπορεί να ανήκει στον «λαό» του ισλαμικού κράτους αρκεί να αποδέχεται το Ισλάμ,  στην ουσία   τον ισλαμισμό.  Τους στόχους δηλαδή του I.S.I.S,  που είναι η νίκη ενάντια στις αξίες του δυτικού κόσμου, στον καπιταλισμό και στις επεμβάσεις του, στον ιμπεριαλισμό δηλαδή. Είναι  ένα λαϊκό κράτος, γιατί όλοι που ασπάζονται το Ισλάμ έχουν ίσα δικαιώματα, επίσης είναι αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό. Ο ισλαμιστής  δεν είναι φασίστας γιατί δεν μιλά για ανωτερότητα έθνους (με την πολιτισμική σημασία), ούτε ναζί γιατί δεν μιλά για ανωτερότητα φυλής (έθνος αποτελούμενο από ανθρώπους με το ίδιο αίμα), το I.S.I.S  είναι εξίσου ολιγαρχικό και εγκληματικό, το κίνητρο των φόνων διαφέρει, έστω τυπικά. Φυσικά αν μιλάς για έθνος ή φυλή, για να είσαι φασίστας ή ναζί πρέπει να θες να επιβάλεις την ανωτερότητα τους.  Η έννοια λαός είχε την τιμητική του στην συζήτηση. Στην ιδεολογία τους είναι σαφές ότι λαός σημαίνει , τους ανθρώπους που δεν ανήκουν στις βασικές τάξεις της κοινωνία και κατά συνέπεια η εργατική τάξη δεν είναι τμήμα του λαού. Μέχρι τον μεσοπόλεμο ο λαός τασσόταν  με την μια ή την άλλη βασική τάξη. Για την ακρίβεια, σε όλες τις περιπτώσεις  πλην της  Οκτωβριανής  επανάστασης  , ο λαός υπερασπίστηκε στο πλευρό της αστικής τάξης την ιδιοκτησία του. Λειτούργησε  με ένοπλα τμήματα στην καταστολή εξεγέρσεων της εργατικής τάξης και σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός  στις μεγάλες απεργίες του 1920. Όταν στην κρίση του 1929, αποδείχτηκε πως και η άλλη βασική τάξη δεν εξασφάλιζε την ιδιοκτησία τους, τα λαϊκά  κινήματα υιοθέτησαν την φασιστική ιδεολογία, που στρεφόταν ενάντια στις δυο βασικές τάξεις. Φυσικά όλα αυτά έχουν την χροιά του ιδεατού, ο λαός σαν πλειοψηφία της κοινωνίας, εντάχθηκε σε όλων των ειδών τα κινήματα, κόμματα, αντιλήψεις και το μεγαλύτερο μέρος ήταν και είναι έξω από οτιδήποτε, στην πράξη όταν λέμε λαός συνήθως  εννοούμε  πριν από όλα τον εαυτό μας. Για αυτούς όμως  ο λαός είναι πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή πρέπει να  εκπληρώσει  ιστορικό ρόλο, να  εφαρμόσει το πρόγραμμα της αριστεράς και μάλιστα αυθόρμητα . Ο λαός έγινε πολιτικό υποκείμενο για την αριστερά από ανάγκη, μετά την ήττα των επαναστάσεων , η Σ.Ε για  να επιβιώσει  από την απομόνωση έπρεπε να βασιστεί στα αναδυόμενα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Εθνικά κινήματα και έθνος χωρίς λαό είναι πράγματα αυτά ασυμβίβαστα. Εκτός όμως την υλική βοήθεια, ήταν και η συνοχή της Σ.Ε ως «σοσιαλιστικό» κράτος, γι αυτό τα κινήματα αυτά ονομάστηκαν σοσιαλιστικά, παρότι συνήθως ήταν σε βάρος των εργατικών τάξεων των συγκεκριμένων  χωρών. Επί παραδείγματι, η Καμπότζη και ο Πόλ-Ποτ και η πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Στην συνέχεια, μετά την διάψευση των επαναστατικών προ οπτικών για μια πιο δίκαια κοινωνία και την απώλεια του μεταρρυθμιστικού της ρόλου , η αριστεράς , από τους καπιταλιστές ,ο λαός υπήρξε βολική έννοια. Η  ασάφεια του όρου, η εκ αποκαλύψεως ιστορικός του ρόλος που θα επιβάλει τον δίκαιο κόσμο, μπορεί να κρύψει την ανεδαφικότητα της αριστερής  πολιτικής . 

Η πιο σημαντική πλευρά όμως των αντιλήψεων που ακούστηκαν ήταν  η σχέση καπιταλισμού- πολέμου. Πέρα από την ωφελιμιστική πλευρά ότι για να γίνει επανάσταση πρέπει να υπάρχει πόλεμος, που δείχνει ότι ο πρώτος στόχος είναι η εξουσία μια και παίρνετε ευκολότερα σε αυτές τις συνθήκες, ενώ δυσκολεύει η οικοδόμηση μιας νέας καλύτερης κοινωνίας, η  αντίληψη αυτή έχει πιο σημαντικές πλευρές. Η ιστορία του κόσμου σε κάθε εποχή, είναι μια ιστορία πολέμων και αίματος. Πέρα από το κοινό χαρακτηριστικό των πολέμων, ότι δηλαδή πως ούτε η ζωή του ατόμου, όπως και των κοινωνιών του ανθρώπου,  δεν είναι εξασφαλισμένη. Οι πόλεμοι από εποχή σε εποχή, είχαν διαφορετικές αιτίες. Στην εποχή του κοινοτισμού  οι πόλεμοι γινόταν  για την αρπαγή  είτε υλικών   αγαθών είτε γυναικών , όταν για αυτούς τους βασικούς λόγους  έμπαινε σε κίνδυνο η επιβίωση της φυλετικής ομάδας. Στην δουλοκτησία, ο κόσμος βρισκόταν σε διαρκή πολεμική κατάσταση, μια και οι δούλοι από πόλεμο (πιο μεγάλοι  αριθμοί) ήταν η βασική παραγωγική δύναμη. Η μείωση του αριθμού των δούλων και οι πολεμικές ήττες, οδηγούσαν στην παρακμή των κοινωνιών και των αυτοκρατοριών. Στην φεουδαρχία, την θέση των δούλων πήρε  η κατάκτηση γης και φέουδων. Όταν σταματούσε η επέκταση μιας αυτοκρατορίας, τότε άρχιζε και η εποχή της παρακμής. Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, η κατάκτηση των αγορών είναι το ίδιο σημαντική με την εξασφάλιση  δούλων και γης στα προηγούμενα κοινωνικά συστήματα. Η αγορά, όμως  για να λειτουργήσει πρέπει να εξασφαλίζει  καταναλωτικό κοινό και στις «καταλυμένες»   περιοχές, έτσι η ολοκληρωτική ήττα του αντιπάλου δεν είναι αναγκαία  ούτε χρήσιμη. Να πούμε εδώ πως η εποχή του ιμπεριαλισμού, επιβάλλεται μετά τον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο και η πλήρης συνοχή του ως παγκόσμιο σύστημα επιτεύχθηκε μετά το πέρας του δεύτερου πολέμου.  Ο πόλεμος σε συνθήκες ιμπεριαλισμού δεν είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου παραγωγής, ευτυχώς γιατί τα μέσα καταστροφής είναι  τεράστια. Ο πόλεμος  επιλέγεται σαν μέσο καταστροφής του κεφαλαίου,  σε συνθήκες οικονομικών κρίσεων, για να την  επανεκκίνηση της παραγωγής. Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος προκλήθηκε από τους Ναζί και όχι οι καπιταλιστές, οι οποίοι μόνο έμμεσα ευθύνονται για τον πόλεμο, λόγω των λεόντειων όρων που επέβαλαν ,στην Γερμανία, στην συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι πόλεμοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού, είχαν τοπικό χαρακτήρα και πότε δεν ήταν ολοκληρωτικοί, στον πόλεμο του Βιετνάμ η Η.Π.Α χρησιμοποίησαν λιγότερο από 300.000 στρατό, δεν επεδίωξαν δηλαδή νίκη πάση θησεία. Φυσικά αυτός ο τρόπος λύσης των προβλημάτων, δεν θα είναι πάντα ελεγχόμενος  και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα φτάσουμε σε μεγαλύτερες συρράξεις.  Στην περίπτωση της Συρίας, ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του. Δεν έχουμε, λοιπόν κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι το παγκόσμιο σύστημα επιδιώκει να επιβάλει μια εποχή γενικευμένου πολέμου. Αν όμως, έχουν δίκιο, οι ομιλητές και το αντίπαλο δέος είναι η Ελληνική αριστερά, οι Ρώσοι εθνικιστές στην Ουκρανία και το Π.Ε.Κ.Κ.Α,  τότε η μοίρα μας είναι σφραγισμένη. Τέτοιες αντιλήψεις δεν βοηθάνε την αφύπνιση του λαού, αλλά στην μοιρολατρία. Ενδιαφέρουσα ήταν η λανθάνουσα λατρεία στον μιλιταρισμό και την σωματική ρώμη οι εχθροί του πολέμου. Να πούμε εδώ ότι σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους, όλοι οι πόλεμοι είναι άδικοι, πλην  των επαναστατικών. Επανάσταση για αυτούς είναι πόλεμος και όχι αλλαγή της κοινωνίας, άλλη μια ένδειξη εξουσιολαγνίας  της αριστεράς.


 Τέλος σύμφωνα, με τις αντιλήψεις που δήθεν ασπάζονται οι διοργανωτές, ο κομμουνιστής είναι σοσιαλιστής, δηλαδή θέλει να λύσει τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, με την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ενώ από την άλλη πλευρά ο αντιιμπεριαλιστής  είναι εθνικιστής  και ο  αντικαπιταλιστής , στην πιο ακραία μορφή είναι φασίστας ή ναζί.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΧΕΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ;;



                                              


Η πρώτη πηγή της γνώσης του ανθρώπου είναι η ατομική του εμπειρία, όσο και η εμπειρία των οικιών του.  Αν μείνει, ο άνθρωπος, σε αυτό το επίπεδο της γνώσης, μπορεί να διαμορφώσει αντίληψη για τον μικρόκοσμο που ζει, δεν αποκτά γνώση ούτε για το σύνολο της κοινωνίας, ούτε για τον κόσμο και αρκετές φορές δεν γνωρίζει ούτε καν το αστικό περιβάλλον της πόλης που ζει αν αυτό είναι μεγάλο.

Η εργατική τάξη προϋπήρξε του καπιταλισμού, ήταν οργανωμένη στις συντεχνίες του μεσαίωνα  δεν είχε καμία πρόσβαση στην γνώση, πέρα φυσικά την τεχνική. Με τις αστικές επαναστάσεις   η γνώση γίνεται παραγωγική δύναμη και   προσβάσιμη σε ανθρώπους που δεν ανήκουνν στην ελίτ της κοινωνίας. Οι συνθήκες δουλειάς, στην αυγή του καπιταλισμού, για την εργατική τάξη ήταν τέτοιες, που ήταν αδύνατο στους εργάτες να έχουν πρόσβαση στην γνώση. Μόνο στον 20ο αιώνα η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά κατά τον μεσοπόλεμο. Παρόλα αυτά η εργατική τάξη δεν κατόρθωσε να αποκτήσει αυτόνομη κοσμοαντίληψη.

 Αν θέλουμε να ταξινομήσουμε τις αρχέγονες μορφές οργάνωσης- ιδεολογίας ,της εργατικής τάξης  στον καπιταλισμό, θα τις χωρίζαμε σε τρείς κατηγορίες. Τα πιο παραδοσιακά στρώματα της εργατικής τάξης, έχοντας σαν πλαίσιο ιδεών την μεσαιωνική συντεχνία και την προάσπιση των οικονομικών τους συμφερόντων, οργανώθηκαν στην βάση του τευτονισμού (μασονία).  Στην αρχή αυτές οι οργανώσεις, λειτουργούσαν ως μυστικές εταιρίες, χρησιμοποιούσαν μεθόδους τρομοκράτησης των εργοδοτών, όχι για να βελτιώσουν την θέση των εργατών, αλλά οι ηγεσίες τους να ελέγχουν από το παρασκήνιο τα πάντα. Αυτές οι εργατικές οργανώσεις  είχαν μεγάλη επιρροή στην Ιταλία και στις Η.Π.Α, στις μεσοδυτικές   πολιτείες των Η.Π.Α υπήρξαν στα μέσα του 19ου αιώνα κράτος εν κράτη. Από αυτές προέκυψαν εργατικά σωματεία με την σημερινή μορφή, όπως οι Ιππότες της Εργασίας, που κάλεσαν την συγκέντρωση , το 1886 στη Χάι Μάρκετ του Σικάγου για το οκτάωρο, την οποία γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά.  Οι Ιππότες της εργασίας. ήταν μασονική στοά, με σήμα την ανάποδη πεντάλφα και πέρα από την παράδοση των οικονομικών αγώνων, είχε και παράδοση  και σε ρατσιστική δράση ενάντια στου μη προτεστάντες  εργάτες. Άλλες μορφές οργανώσεις που συμμετείχε η εργατική τάξη, ήταν τα ταμεία αλληλοβοήθειας ή δομές αλληλεγγύης  που συνήθως ίδρυε η προοδευτική διανόηση με σκοπό να συνδράμει στην επιβίωση της εργατικής τάξεις στις άθλιες συνθήκες της εποχής, ήταν δηλαδή διαταξικές  οργανώσεις, που και αυτές με την σειρά τους  έπαιξαν τον δικό τους ρόλο  στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος ειδικά στο επίπεδο των ιδεών, εισάγοντας για πρώτη  φόρα της ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού. Τέτοιες μορφές οργάνωσης ενώθηκαν , επί παραδείγματι και ίδρυσαν το 1854 το Εργατικό Κέντρο Καρδίτσας , το πρώτο Εργατικό Κέντρο της χώρας. Άλλη μορφή οργάνωσης ήταν τα τρέιντ – γίουνιος , σε αυτά συμμετείχαν  τα πιο νέα κομμάτια της εργατικής τάξης που προερχόταν από την κατεστραμμένη αγροτιά. Αυτά τα στρώματα της εργατικής τάξης , υιοθέτησαν την πρωτόλεια τότε αναρχική ιδεολογία. Μια ιδεολογία που είχε ιδρυθεί από την κατεστραμμένη  αριστοκρατία της υπαίθρου και έκφραζε τον χαμένο παράδεισο της ύστερης φεουδαρχίας που επέτρεπε την μικρή ιδιοκτησία γης. Αυτές οι οργανώσεις επιδόθηκαν σε οικονομισμό, αλλά κυρίως σε μηδενιστικής μορφής δράση, όπως σπάσιμο μηχανών, μια και θεωρούσαν την θέση του εργάτη σαν προσωρινή για αυτά. Απομεινάρι αυτής της μορφής οργάνωσης είναι τα κινήματα τα οποία πεινούν νερό στο όνομα της εργατικής τάξης, ενώ συγχρόνως θεωρούν υπέρτατο εχθρό, όσους εργάτες δουλεύουν σε μεγάλους εργοδότες ιδιαίτερα του ξένου κεφαλαίου. Ως την ιστορική περίοδο στην οποία μιλήσαμε (μέσα 19ου ) , η εργατική τάξη δεν διέθετε κοσμοαντίληψη, ούτε στρατηγικούς  στόχους για την εξέλιξη  της κοινωνίας, αλλά μια εσωτερίκευση της τραγικής της θέσης που οδηγούσε  σε αυθόρμητα συνήθως αδιέξοδα ξεσπάσματα. Εξαίρεση για την εποχή που μιλάμε ήταν η εργατική  τάξη της Αγγλίας που διέθετε πολιτική οργάνωση, το Εργατικό κόμμα στο οποίο συμμετείχαν τα εργατικά σωματεία. Στην πράξη, διαχρονικά το Εργατικό  Κόμμα της Μ. Βρετανίας , υπήρξε ο θεματοφύλακας  του διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων. Γεγονός που οφείλετε, ότι η αστική επανάσταση στην Βρετανία, ήταν η μοναδική που ολοκληρώθηκε, ένας από τους βασικούς λόγους που ο Μαρξ θεώρησε πρότυπο για το έργο του την Βρετανία.


  Η επόμενη περίοδος στην ιστορία του εργατικού κινήματος, ξεκινά από την 1η Διεθνή και τελειώνει  με την διάψευση των επαναστατικών προοπτικών που το ίδιο δημιούργησε στα μέσα του 20ου αιώνα, που όμως έπαιξε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του κόσμου που ζούμε, αυτή η ιστορική περίοδο θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε σαν την πολιτική περίοδο του εργατικού κινήματος. Η πολιτικοποίηση μέρους της εργατικής τάξης, στην περίοδο που μιλάμε, είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας του πιο ριζοσπαστικού κομματιού της φιλελεύθερης αστικής τάξης να προσεγγίσει την εργατική τάξη ,σαν την τάξη που μπορεί να παίξει  μεταρρυθμιστικό ή επαναστατικό ρόλο στις αστικές κοινωνίες. Είδη από την περίοδο των αστικών επαναστάσεων, η φιλελεύθερη αστική τάξη, έδινε σημασία για την συνοχή της κοινωνίας, στην ύπαρξη επαναστατικού ρεύματος. Κατά την περίοδο πριν και μετά τις αστικές επαναστάσεις, οι οικονομικές  κρίσεις της κοινωνίας ήταν μια συνηθισμένη   κατάσταση λόγω της ανεξέλικτης λειτουργίας της αγοράς. Η αιτία αυτών των κρίσεων, που ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πεδία μελέτης της κλασσικής αστικής πολιτικής οικονομίας, σύμφωνα με την πιο ριζοσπαστική εκδοχή, αυτή του Μαρξ, ήταν το δίπτυχο ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η ολιγαρχικότητα του πολιτικής διαχείρισης.  Η ατομική ιδιοκτησία, οδηγούσε, σε περιόδους μερικής δυσλειτουργίας  της παραγωγής, σε οικονομικές κρίσεις οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή μέρους του κεφαλαίου. Η δημιουργία κεφαλαίου είναι ο σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής και η καταστροφή του , δυναμιτίζει την συνοχή των αστικών κοινωνιών. Φυσικά την καταστροφή ακολουθούσε μια νέα περίοδο, συνήθως πιο δυναμική για το κεφάλαιο (εδώ   μιλάμε για  την πολιτική και κοινωνική σημασία της λέξης  και όχι την οικονομική). Αυτός και είναι και διαχρονικός τρόπος ξεπεράσματος των οικονομικών κρίσεων στον καπιταλισμού.  Η μέθοδος αυτή του ξεπεράσματος των κρίσεων, καταστρέφει  τις δυο βασικές πηγές του πλούτου την φύση και τον άνθρωπο. Η αιτία αυτών των δεινών  είναι ότι η εξουσία, παρότι  πρέπει να εξασφαλίζει  την κοινωνική συνοχή  άρα την επιβίωση των μελών της, σε συνθήκες οικονομικής κρίση  βάζει  σαν κύριο στόχο την δική της αναπαραγωγή. Ενδιαφέρον είναι ότι στην περίοδο της μεγάλης κρίσης που ζούμε όλες οι κυβερνήσεις ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος, διαπραγματεύτηκαν την σωτηρία του  δημοσίου και το ακόμα  ωραιότερο είναι παρά την χειροτέρευση της θέσης μας το δεχόμαστε και το ψηφίζουμε σε όποια μορφή και να πάρει. 

 Η εργατική  τάξη όντας μια από τις βασικές κοινωνικές τάξεις και η ύπαρξη της καπιταλιστικής  παραγωγής είναι όρος για την επιβίωση της, ενώ η ατομική ιδιοκτησία και η ολιγαρχικότητα  της εξουσίας όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της, αλλά αποτελούν εμπόδιο στην σιγουριά της δικής της επιβίωσης θα μπορούσε να λύσει τις γενετικές αδυναμίες του καπιταλισμού και να δημιουργήσει μια άλλη μορφής κοινωνικής συγκρότησης. Αυτό στην γλώσσα της αριστεράς αποκαλείτε να γίνει τάξη για τον εαυτό της, να αποκτήσει ταξική συνείδηση. Το ότι η σύγχρονη Ελληνική αριστερά, ξεχνά το δεύτερο βήμα, να γίνει η εργατική τάξη επαναστατική, δηλαδή να αρθεί πάνω από τα ταξικά της συμφέροντα, να δει την κοινωνία σαν σύνολο, για να την αλλάξει,  δείχνει, ότι η αριστερά προσπαθεί να ελέγξει  την εργατική τάξη με την ρητορεία της για να την χρησιμοποίηση  στην   εξυπηρέτηση του μοναδικού της στόχου την κατάκτηση της εξουσίας  είτε στην συμμετοχή στην διανομή της. Η συνειδητοποίηση  της εργατικής τάξης, για του λόγους που αναφερθήκαμε παραπάνω, δεν θα γινόταν από την ίδια την εργατική τάξη αλλά από τα έξω, από τα κόμματα της. Να πούμε εδώ ότι αυτή η αντίληψη, αναφέρεται αποκλειστικά στις συνθήκες των μέσων του 19ου αιώνα  και δεν αποτελεί θέση αρχής, φυσικά σήμερα σε μεγάλο βαθμό δεν ισχύει και λόγω ανυπαρξίας πολιτικών φορέων και από το γεγονός πως η γνώση πλέον είναι δημοκρατική. Φυσικά το κόμμα , είναι αναγκαίο κακό και δεν βρέθηκε μέχρι τώρα καμιά  μορφή που η επαναστατική  διανόηση ως η συνήθης ηγεσία αυτών των κομμάτων, να μην αυτονομηθεί από την τάξη και να μην χρησιμοποιήσει τις δομές του κόμματος  σε όφελος της. Φυσικά η πρώτη διεθνής κατά κύριο λόγο και αρκετές στιγμές έως το 1917 το κόμμα των μπολσεβίκων είχαν την πιο ακραία δημοκρατική δομή και οδήγησαν την εργατική τάξη στη πρώιμη περίοδο της «επαναστατικότητα» της. Η «επαναστατική» περίοδος του τέλους του πρώτου παγκοσμίου πολέμου με τις έξη επαναστάσεις και εξεγέρσεις δεν οδήγησε  στην δημιουργία μια νέας δικαιότερης κοινωνίας , αλλά  αντίθετα στην χειρότερη μορφή καπιταλισμού, τον κρατικό. Η ιδεολογική βάση αυτής της περιόδου, υπήρξε η θεωρία του Λένιν περί ιμπεριαλισμού και αδύνατου  κρίκου της  ιμπεριαλιστικής αλυσίδας . Δηλαδή, η «επαναστατική» πτέρυγα των μπολσεβίκων  πίστευε ότι η βασική κοινωνική αλλαγή  που είχε ανάγκη η Ρωσία για να ξεπεράσει την κρίση που διαρκούσε μισό αιώνα και να ενταχτεί στον σύγχρονο κόσμο, ήταν ο αστικός εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής , που περνούσε από την διανομή της γης (φυσικά έπρεπε και να σταματήσει ο πόλεμος  και να εξασφαλιστεί η τροφή) πίστευαν ότι σε εκείνη την συγκυρία την διανομή της γης δεν θα τι έκανε η αναδυόμενη,  από την Φεβρουριανή επανάσταση αστική τάξη , που είχε συμμαχήσει σε επίπεδο εξουσίας με τα ένοπλα κυρίως κομμάτια του τσαρισμού και μόνο η εργατική τάξη είχε συμφέρον από αυτήν την αλλαγή. Θεωρούσαν πως η επανάσταση στην  Ρωσία θα μπορούσε μεν να νικήσει, γιατί είχε το πιο αποσαθρωμένο σύστημα εξουσίας, αλλά δεν θα μπορούσε να οικοδομήσει   σοσιαλισμό. Θεωρούσαν όμως πως η Ρώσικη επανάσταση θα πυροδοτούσε επαναστατική έκρηξη στην Ευρώπη, πράγμα που έγινε σε Γερμανία, Ουγγαρία, Φιλανδία, Αυστρία και Βέλγιο, με τις γνωστές καταλήξεις. Βρέθηκαν λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 1920, στο δίλλημα να προχωρήσουν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού ή έπρεπε να κάνουν ένα βήμα πίσω. Εκεί διχάστηκαν, από την μια μεριά η μέχρι τότε αριστερά τους πτέρυγα που υποστήριζε ότι θα έπρεπε να κάνουν ένα βήμα πίσω γιατί η άμεση οικοδόμηση του σοσιαλισμού θα ήταν τραγική για την εργατική τάξη και θα ανέβαζε  στην εξουσία της στρατοκρατικές δομές που αναπτύχθηκαν στον εμφύλιο και είχαν αυτονομηθεί, από το κόμμα , την εργατική τάξη και την κοινωνία. Στο αντίποδα , το κέντρο (Στάλιν) και η δεξιά (Τρόσκυ) πτέρυγα υποστήριζε την άμεση οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Φυσικά κέρδισαν  οι δεύτεροι  μια και αυτοί είχαν το πάνω χέρι στους μηχανισμούς βίας , που αναφέραμε πιο πάνω . Είναι γνωστό που οδήγησε η σύγκρουση των συμμάχων που νίκησαν πολιτικά και μετά εξόντωσαν την αριστερά. Μια από τις φάρσες της ιστορίας, από την σκοπιά,  ότι αυτοί που ήταν με την άμεση οικοδόμηση  του σοσιαλισμού, τρία χρόνια πριν στην εσωκομματική σύγκρουση στις παραμονές της Οκτωβριανής επανάστασης ήταν ενάντια στο σοσιαλιστικό στάδιο της αστικής επανάστασης του Φλεβάρη. Στην απίθανη φυσικά περίπτωση νίκης των αντιλήψεων της αριστεράς, θα οδηγούσε, η οπισθοχώρηση , στο χάσιμο της εξουσίας, θα σωζόταν όμως μερικά εκατομμύρια εργάτες που έπεσαν στον βωμό των στρατοκρατών που ονόμαζαν τους εαυτούς κομμουνιστές.


Περιγράψαμε , με ιδεατό τρόπο, την «επαναστατική» περίοδο του εργατικού κινήματος , για να φανεί η λαϊκίστικη  υποκρισία  της Ελληνικής αριστεράς και την σαπίλα του Μακιαβελισμού και Ιησουιτισμού  της. Το επαναστατικό ξέσπασμα των αρχών του μεσοπολέμου, δεν  είχε αφετηρία την επαναστατική συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης, αλλά την αστάθεια του καπιταλιστικού κόσμου, που απόκτησε συνοχή 30 χρόνια μετά, την κρίση πολιτικής και εξουσίας του καπιταλισμού και πολύ λιγότερο  τις ιδιοφυείς κομματικές ηγεσίες (που όντως υπήρξαν). Η  μικρή ανάπτυξη του καπιταλισμού της εποχής καθόρισε και την συνειδητότητα  της εργατικής τάξης και την αντικειμενική αδυναμία για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας. Μόνο στην σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης , υπάρχουν όροι στο επίπεδο των δυνατοτήτων αλλά και των αναγκών, για την Μαρξική αντίληψη περί παγκόσμιας επανάστασης. Η μη συνειδητότητα   της εργατικής τάξης , φάνηκε στην αμέσως επόμενη περίοδο, μεγαλύτερης κρίσης του καπιταλισμού (1929) που τα λαϊκά κινήματα αυτονομήθηκαν από τις βασικές τάξεις της κοινωνίας και έφτιαξαν το πολιτικό τους υποκείμενο,  τα φασιστικά και ναζιστικά κόμματα. Κυρίως όμως στην εποχή μας που το εργατικό κίνημα επανήλθε στον οικονομισμό , αν ποτέ είχε ξεφύγει και όχι μόνο δεν έχει πολιτική αντίληψη για την κοινωνία αλλά αγνοεί ακόμα ο κάθε χώρος   εργαζομένων τα προβλήματα  του γειτονικού του εργασιακού χώρου. 

 Η εποχή που ζούμε με την παγκοσμιότητα των προβλημάτων , η ανάδυση της υπαρξιακής ανάγκης της ενότητας ή της καταστροφής, η ολοένα μεγαλύτερη επισφάλεια του κλασικού τρόπου λύσης των προβλημάτων του καπιταλισμού ( πόλεμος, καταστροφή, ανοικοδόμηση), όπως επίσης η ανάγκη της  επανατοποθέτησης  της βασικής κοινωνικής σχέσης του καπιταλισμού, της μισθωτής εργασίας σε μια βάση, πιο παραγωγική, πιο δημιουργική πιο αποκεντρωμένη, πιο δημοκρατική. Θα φέρει ίσως μια νέα πιο βαθειά συνειδητότητα  του ανθρώπου και θα τελειώσουμε με την   υπερογδοντάχρονη   στασιμότητα της διαχείρισης των πραγμάτων( ο όρος που περιγράφει σήμερα  στο πεδίο της πολιτικής την λέξη άνθρωπος0