Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

ΟΛΟΙ 0Ι ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ.. (Ραφαηλίδης)



ΟΛΟΙ 0Ι ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ.. (Ραφαηλίδης)

Το άρθρο αυτό είναι του αξέχαστου Βασίλη Ραφαηλίδη και δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ της 12-4-1987. Είναι το 9 κεφάλαιο του βιβλίου "Ελληνες και Νεοέλληνες" στο οποίο ο Ραφαηλίδης συγκέντρωσε τα κείμενα που είχε γράψει έχοντας σαν ερέθισμα γι΄αυτά το βιβλίο του Γερά­σιμου Κακλαμάνη «Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους»,

ΣΤΗΝ Ελλάδα, η πολιτική της λήθης συνυπάρχει αρ­μονικότατα με την πολιτική της μνήμης: Μας λένε πως δεν πρέπει να ξεχνάμε τους προγόνους μας και πως πρέπει να αισθανόμαστε υπερήφανοι γι' αυτούς.
Ταυτόχρονα, μας παροτρύνουν να ξεχνάμε επιλεκτι­κά την πρόσφατη ιστορία μας, προφανώς γιατί δεν συμβιβάζεται με τη «μεγάλη ιδέα», που οφείλουμε να έχουμε για προγόνους, που κανείς δε γνώρισε. Έτσι, η σχιζοφρενία εγκαθίσταται επί εθνικού επιπέδου.
   Πώς είναι δυνατό να αγαπάς τους άγνωστους και να αγνοείς τους γνωστούς, αν δεν έχεις μια γερή δόση τρέ­λας; Κατά ποια λογική βάζουμε όριο στο παρελθόν, όταν μιλάμε για «λήθη του παρελθόντος»; Μέχρι πού φτάνει το παρελθόν και πού πρέπει να ανοίξουμε το διακόπτη της μνήμης; Είναι δυνατό να θυμάται κανείς καλύτερα τα παλιά από τα πρόσφατα ιστορικά γεγονό­τα;
  Εδώ, είναι. Αρκεί να αντιμετωπίσεις την Ιστορία ως ένα σύνολο μύθων, που λειτουργούν έξω από χώρο και χρόνο.  ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ μας πρόγονοι υπήρξαν όντως. Αλλά κα­νείς δε θα μπορούσε να μας βεβαιώσει πως ήταν πρό­γονοι όλων ανεξαίρετα των νεοελλήνων.
'Αλλωστε, τι λόγο ύπαρξης θα μπορούσε να έχει ένα εθνικό «λίμπρο ντ' όρο», εκτός από το να υποδαυλίζει την ολοφάνερα μυθική αντίληψη για το «περιούσιον της φυλής», τούτη τη φρικτή μήτρα κάθε φασισμού, που εδράζεται πάντα στο ρατσισμό, ο οποίος με τη σει­ρά του είναι η πρακτική συνέπεια της «εθνικής υπερη­φάνειας» και άλλων τέτοιων ηχηρών και ανοήτων:
Τη στιγμή που δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αν ο φυσικός μας πατέρας είναι όντως ο φυσικός μας πα­τέρας, δεν αμφιβάλλουμε καθόλου πως ο Περικλής, για παράδειγμα, ενδέχεται να μην είναι προπροπροθείος μας και ο Σωκράτης προπροπροπάππος μας. Επειδή έχουμε οπωσδήποτε κάποιους φυσικούς προγόνους, αποφασίσαμε με μια αυθαιρεσία τυπικά ελληνική, που δεν έχει κανένα έρεισμα ούτε στη λογική, ούτε στην εθνολογία, ούτε στην κοινωνιολογία, πως πρέπει να αν­τιμετωπίζουμε αυτούς και όχι εκείνους ως προγόνους. Φυσικά, χωρίς να έχουμε την ευχέρεια να ρωτήσουμε τους υποτιθέμενους προγόνους, αν θα μας ήθελαν για απογόνους. Σκέφτεστε τα γέλια που θα έκανε ο Περι­κλής, αν είχαμε τη δυνατότητα να τον συναντήσουμε κάπου στο υπερπέραν και να τον ρωτήσουμε, αν ανα­γνωρίζει ως «γνήσιους» απογόνους του, π.χ. το Στυλια­νό Παττακό, ή έστω τον Κων. Καραμανλή;
Δεν είναι Έλληνας ο καθένας που μιλάει ελληνικά και υπερηφανεύεται σε γλώσσα ελληνική για την έτσι κι αλλιώς περιπλεγμένη του καταγωγή, για την οποία ου­δέν γνήσιον πιστοποιητικόν δύναται να προσκομίσει. Ολοι οι τίτλοι «γνησιότητας του αίματος» όλων των λα­ών είναι εξ ορισμού ψεύτικοι. Και κατασκευάζονται σε εγκεφάλους υπερθερμασμένους, εξαιτίας της υπερβολικής αραίωσης της φαιάς ουσίας, που καθιστά εύφλε­κτα τα εναπομένοντα μόρια.
Παρά (τα αυτονόητα) ταύτα, εμείς πιστεύουμε πως στην κορυφή του γενεαλογικού μας δέντρου βρίσκεται ένας και καμιά φορά δύο, αφού δύο είναι οι γεννήτο­ρες, διάσημοι αρχαιοέλληνες. Τούτη η τάση για την ανί­χνευση προγόνων εκεί που είναι αδύνατο να τους βρει κανείς, έχει την -ψυχολογική της αιτία: ' Οσο πιο βάρβα­ρος είναι  κανείς, τόσο εντονότερα νιώθει την ανάγκη ύπαρξης ευγενών προγόνων. Κι αν κρίνουμε από το μέ­γεθος της προγονοπληξίας μας, εμείς οι νεοέλληνες πρέ­πει να είμαστε εξόχως βάρβαροι. Μ' άλλα λόγια, και μόνο η προγονοπληξία είναι επαρκής λόγος απόρριψης της αιτήσεώς μας για χορήγηση πιστοποιητικού ευγε­νούς καταγωγής από ευγενή πνεύματα, τη στιγμή μάλι­στα που στερούμαστε σοβαρού πνεύματος, ευγενούς και μη, αδιακρίτως.
ΑΛΛΩΣΤΕ, όσο πιο ηλίθιος είναι κανείς, τόσο ευκο­λότερα πιστεύει σε παραμύθια περί ευγενούς μακρινής καταγωγής. Απ' αυτή την άποψη, η σημερινή Ελλάδα πρέπει να έχει περίσσευμα ηλιθίων. Που, δυστυχώς, δεν μπορούμε να τους εξάγουμε. Κανείς δε θα ήθελε στη δούλεψη του έναν ηλίθιο, έστω και... ' Ελληνα. Θα λέγαμε, μάλιστα, πως κανείς δε θα ήθελε στη δούλεψή του έναν ηλίθιο, που πλην του φυσικού (το της ηλιθιό­τητας) έχει και το επίκτητο μειονέκτημα να είναι νεο­έλληνας. Οι «αρχαίοι μας πρόγονοι» δεν υπερηφανεύονταν γιατί ήταν ' Ελληνες, αλλά διότι ήταν πολιτισμέ­νοι. Και όριζαν τον μη 'Ελληνα ως βάρβαρο. Σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό, καταλαβαίνουμε πόσο μη Έλληνες μας κάνει ο νεοελληνικός βαρβαρισμός μας. Λοιπόν, πρώτα να εκπολιτιστούμε και μετά να υπερηφανευτούμε. Οχι, βέβαια, για την καταγωγή μας, που θα παραμείνει για πάντα αβέβαιη, αλλά για τον πολιτισμό μας, τούτο το μοναδικό αγαθό, που δημι­ούργησαν οι αρχαίοι Έλληνες, και ας σταματήσουμε, επιτελούς, να τους ονομάζουμε προγόνους, πριν γελοιοποιηθούμε εντελώς και στην ΕΟΚ και αλλαχού.
0 Γεράσιμος Κακλαμάνης στο σημαδιακό βιβλίο του «Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους» (έκδοση του συγγραφέα), που και σήμερα μας προμήθευσε τα ερεθίσματα για όσα είπαμε και για όσα θα πούμε στη συνέχεια, λέει: «Κανονικά, κανένα πολιτικό κόμμα που θα ήθελε να χαρακτηρίζεται πολιτικό, δεν μπορεί να επικαλείται «λήθη του παρελθόντος». Χωρίς το παρελ­θόν των κομμάτων, δεν υπάρχει γι' αυτά ιδεολογικό και κοινωνικό παρόν, γιατί δεν υπάρχει κριτήριο και μέ­τρο κρίσης.
Καταλαβαίνουμε, τώρα, γιατί ενώ δοξάζεται το μα­κρινό παρελθόν, προτείνεται η λήθη για το κοντινό:
Δεν πρέπει να αποκτήσουμε κριτήριο και μέτρο κρί­σης. Γιατί, αν το αποκτούσαμε, θα καταλαβαίναμε πως ο καθένας μας έχει τους δικούς του προγόνους και το προσωπικό του γενεαλογικό δέντρο, που μπορεί να τον οδηγήσει παντού, εκτός από τη χαμένη μέσα στο χρόνο αρχαία Ελλάδα. Για να μην αρχίσει, λοιπόν, ο καθένας μας και ψάχνει δώθε κείθε για τους προσωπικούς του προγόνους, πράγμα που μπορεί να τον οδηγήσει στην Αλβανία, την Τουρκία, τη Βουλγαρία ή τη Ρουμανία και να δημιουργηθεί έτσι «εθνικό ζήτημα», μας προτεί­νουν οι δημαγωγοί έναν κοινό για όλους πρόγονο και νίπτουν τας χείρας των - που για να τας νίπτουν, δεν μπορεί, παρά να είναι βρώμικες.
Ο φασισμός είναι μια κοινή και καθημερινή κατά­σταση, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Ρομ. Το φασισμό, ως γνω­στό, δεν τον δημιούργησε ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσο­λίνι. Φασισμός είναι η πίστη σε μύθους, που προτείνον­ται ως πραγματικότητες και γίνονται αντιληπτές ως τέ­τοιες, καθώς και η επιλεκτική αντιμετώπιση του ιστορικού χρόνου με άλματα και κενά μνήμης, όπου βυθίζεται και χάνεται η Λογική, τούτο το υπέρτατο πο­λιτιστικό δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων, το τόσο σπάνιο σήμερα στον τόπο που κατοικούσαν εκείνοι, από τους οποίους κληρονομήσαμε το όνομα, για λόγους γεωγραφικούς και μόνο.
ΠΑΤΡΙΔΑ, στην κυριολεξία, σημαίνει «γη των πατέ­ρων». Αλλά οι δικοί μας μακρινοί πατεράδες τρέχα γύ­ρευε πού γεννήθηκαν και πού πέθαναν και για ποιους πρακτικούς λόγους ένας απ' αυτούς ήρθε και εγκατα­στάθηκε σ' αυτή την όμορφη και ήπια γωνιά της Με­σογείου, της οποίας το όνομα (Ελλάδα) διατηρεί ακέραια τη γεωγραφική του σημασία.
Λοιπόν, για να μας προτείνουν λήθη του παρελθόντος, χωρίς να ορίζουν με ακρίβεια πόσο μακρινό πρέπει να είναι το παρελθόν, που πρέπει να ξεχάσουμε, ση­μαίνει πως κάπου μέσα σ' αυτό το παρελθόν υπάρχουν εθνικές «τρύπες», κενές εθνικής συνείδησης και γεμά­τες εθνική αθλιότητα.
Ο Κακλαμάνης πιστεύει πως η προτεινόμενη λήθη μπορεί να καλύψει ιστορικό χρόνο μέχρι το 1844. Μέχρι τη χρονιά αυτή υπήρχαν ελπίδες πως το τεχνητό κρά­τος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, θα αποκτούσε ένα ουσιαστικό περιεχόμενο με την αποδοχή της πολυεθνικότητάς του και την απόρριψη του μύθου για την «ευγενική» καταγωγή μας.
Αλλά, από το 1844 και μετά, κάθε ελπίδα εκλείπει: Η Ορθοδοξία εισβάλλει για τα καλά στο Κράτος και το Κράτος αρπάζεται από την Ορθοδοξία για να δημιουρ­γήσει τεχνητά «εθνική συνοχή και εθνική υπερηφά­νεια».
Τούτο το σφιχταγκάλιασμα Κράτους και Ορθοδοξίας συνεχίζεται: Το Κράτος είναι η Εκκλησία και η Εκκλη­σία είναι παρακράτος. Τα πρόσφατα γεγονότα επιβε­βαιώνουν του λόγου το αληθές με τον πιο πανηγυρικό τρόπο: Μόλις το Κράτος έκανε πως αυτονομείται από την Εκκλησία, η τελευταία φρίαξε από οργή. Δε θα ήμασταν υπερβολικοί, αν λέγαμε πως ο προσεχής ελλη­νικός εμφύλιος πόλεμος θα αρχίσει στο προαύλιο κά­ποιας εκκλησίας και θα έχει ως ανομολόγητο αίτημα, απο τη μεριά μεν των «κρατικοφρόνων» τον περιορι­σμό των «κληρικοφρόνων» στα του οίκου τους, από τη μεριά δε των «κληρικοφρόνων» τη συνέχιση του ελέγχου του Κράτους από την Εκκλησία εκ του αφανούς και στο όνομα, πάντα, της «εθνικής ομοψυχίας», που οι παπάδες θα ήταν αδύνατο να καταλάβουν πως δεν είναι συνώνυμο της «θρησκευτικής ομοψυχίας».
Και με το δίκιο τους. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως η Ορθοδοξία, πάνω από έναν αιώνα τώρα, υποκα­θιστά σε τούτο τον έρμο τόπο την ελλείπουσα εθνική συνείδηση, που αντικαταστάθηκε με τη θρησκευτική συνείδηση.
Κανείς δε θα μπορούσε να κατηγορήσει τους παπάδες για τούτη τη σύγχυση. Δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν Ιστορία και Φιλοσοφία της Ιστορίας, πολύ περισσότερο όταν δε γνωρίζουν καν γράμματα, πέραν των αναγκαίων για την ανάγνωση της Αγίας Γραφής.
Που, πάλι καλά που δε μας την πρότειναν ως συγ­γραφή αμιγώς ελληνική, προορισμένη να σώσει απο­κλειστικά τους 'Ελληνες. 'Ολα θα μπορούσε να τα πε­ριμένει κανείς από ανθρώπους, που ακόμα δεν το πή­ραν απόφαση πως ο Θεός του χριστιανισμού δεν είναι παρά ο Γιαχβέ του ιουδαϊσμού ελαφρώς παραλλαγμέ­νος και πως ο Χριστός ήταν ένας Εβραίος, που απηύ­θυνε τη διδασκαλία του καταρχήν στους Εβραίους. (Ο δημιουργός του χριστιανισμού, νοούμενου ως υπερε­θνική θρησκεία, είναι ο Απόστολος Παύλος, όχι ο Χρι­στός, που δεν είχε καμιά απολύτως πρόθεση να γίνει ιδρυτής θρησκείας).
Ολόκληρη η ευθύνη για το λανθανόντως θεοκρατικό Κράτος που μας φορολογεί, ωστόσο, πολύ κοσμικά πέ­φτει στο ελληνικό κράτος, που στάθηκε ανίκανο να παρακάμψει το εμπόδιο της πολυεθνικότητας, χρίον­τας τους πάντες «ακραιφνώς» Έλληνες μυστηριωδώς πως και κάνοντας σχεδόν τους πάντες να μεταλαμβά­νουν της ελληνικότητας ομού μετά των Αχράντων Μυ­στηρίων -πράγμα που αποτελεί καθαυτό ένα μεγάλο μυστήριο, που, ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να ερμηνευ­θεί με όρους της Φιλοσοφίας της Ιστορίας, της επιστή­μης που ως καθοδηγούσα μεθοδολογική αρχή, λείπει από τους περισσότερους, πολύ άξιους, κατά τα άλλα, 'Ελληνες ιστορικούς. (Σημειώνουμε πως τον Κακλαμά­νη δε θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ιστορι­κό, αλλά φιλόσοφο της Ιστορίας. Καιρός είναι να μά­θουμε κι εδώ πως υπάρχει μια τέτοια αυτόνομη και αυ­τάρκης επιστήμη, που δεν πρέπει να συγχέεται με την επιστήμη της Ιστορίας).
Μ' αυτά και μ' άλλα πολλά, η πνευματική ενότητα του ελληνισμού, λέει ο Κακλαμάνης, μεταμορφώθηκε σε ιστορική ενότητα, πράγμα που ουδέποτε για την Ελ­λάδα υπήρξε. Και πώς να «υπάρξει», προσθέτουμε εμείς, όταν η πνευματικότητα συγχέεται σταθερά με τη θρησκευτικότητα και ο παπάς λέγεται και «πνευματι­κός»;
Πόθεν πνευματικός ο παπάς; Επειδή έχει μια χαλα­ρή, στις περισσότερες περιπτώσεις, σχέση με το Άγιο Πνεύμα; Άλλωστε, το πνεύμα δεν είναι μόνο άγιο, εί­ναι και ανθρώπινο. Και τα ανθρώπινα πρέπει να τα αν­τιμετωπίζουμε με ανθρώπινο πνεύμα. Όπως στη Φυ­σική και τη Χημεία, έτσι και στην Ιστορία και τη Φιλο­σοφία της Ιστορίας, το 'Αγιο Πνεύμα πολύ μικρό ρόλο παίζει. Παρά ταύτα, εδώ στην ημιθεοκρατική χώρα μας, ακόμα και ένα εργαστήριο Φυσικής θα το εγκαινιά­σει δι' αγιασμού ο παπάς. Και δεν καταλάβαμε προς το παρόν πώς τόσα χρόνια τώρα, που οι παπάδες εγκαινιά­ζουν δι' αγιασμού τη νέα σχολική περίοδο δεν τα κατά­φεραν να κάνουν τα σχολεία μας ικανά να παράγουν, εκτός από τούβλα και κούτσουρα, που, βέβαια, είναι μια πρόοδος, αφού πρόκειται για μετάθεση από την ανόργανη στην οργανική ύλη.
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ συνεχίζουμε να μαθαίνουμε κολλυ­βογράμματα, όπως έλεγαν τα γράμματα που μάθαιναν στό κρυφό σχολειό, όπου ο μαθητής, διδασκόμενος εν­τός της εκκλησίας, είχε την ευκαιρία να φάει και καμιά χούφτα κόλλυβα, γεγονός που ασφαλώς έπαιξε το ρόλο του στο να θέλει να είναι καλός μαθητής.
Προτείνουμε, λοιπόν, κατ' αναλογίαν, να επανεισαχθεί στα σχολεία τούτη η ελληνική και ιστορικά δοκι­μασμένη μέθοδος: Αν στο ισόγειο κάθε σχολείου υπάρ­χει ένα καλό εστιατόριο, όπου οι Ελληνόπαιδες, η «ελ­πίδα του έθνους», θα τρώνε τζάμπα, «υπάρχει κάποια ελπίδα η Ελλάδα να αποκτήσει και Παιδεία, εκτός, από υπουργό Παιδείας. Που αν δεν ήταν μαζί και Θρη­σκευμάτων θα ξυνόταν ολημερίς από αμηχανία».
Ούτως εχόντων των εκπαιδευτικοθρησκευτικών μας πραγμάτων, όπου τα Θρησκευτικά συνεχίζουν να είναι υποχρεωτικό μάθημα, προφανώς για να μη γίνουν οι Ελληνόπαιδες καλύτεροι' Ελληνες απ' ό,τι χριστιανοί, καλό είναι να πηγαίνει κανείς στην Εσπερία, προκειμέ­νου να μάθει γράμματα. Το καλό παράδειγμα το έδωσε έγκαιρα ο Κοραής. Αλλά εδώ, στη χώρα των νεοβαρβάρων, συνεχίζουμε να ειρωνευόμαστε τους σπουδαγμέ­νους στο εξωτερικό και να τους αποκαλούμε «εκτελω­νισμένους» και «εισαγόμενους».
Βλέπεις, συνηθίσαμε στα κολλυβογράμματα και καθέ­νας που κατάφερε να μάθει γράμματα μας φαίνεται εξαρχής ύποπτος εσχάτης προδοσίας

Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ)



                     
                                Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
                                   (Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ)
Κατά τη διαδικασία αγιοποίησης ο λεγόμενος «δικηγόρος του διαβόλου» , ήταν επιφορτισμένος με την κριτική εξέταση των επιχειρημάτων του υποστηρικτή της αγιοποίησης.
  Μέχρι και την δεκαετία του 30, η πολιτική επιλογή ήταν απλή, είχες να επιλέξεις ανάμεσα σε δύο είδη κομμάτων, έπειτα η εμφάνιση των μη ανθρωποκεντρικών, λαϊκών ιδεολογιών, έκανε την επιλογή περίπλοκη.  Σήμερα η πραγματική διαχωριστική γραμμή είναι ανάμεσα σε εκείνες τις ιδέες που θεωρούν θεμιτό την χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου  στον αγώνα για την επιβίωση και σε εκείνες που προσπαθούν να κινηθούν στον αντίποδα. Η δεύτερη κατεύθυνση σκέψης έχει να υπερβεί κοινωνικές σχέσεις, εξουσία, ιδεοληψίες και συμφέροντα του παρελθόντος. Δηλαδή την υπέρβαση ενός τρόπου ζωής.
  Αν δούμε από κοντά τις τεχνικές διαχωριστικές γραμμές, μνημόνιο-αντιμνημόνιο, προδότες-πατριώτες, φασίστες –αντιφασίστες , δεν σηματοδοτούν στην ουσία διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, αλλά διαφορετικές  ομάδες εξουσίας. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, το διαφορετικό ιδεολογικό πλαίσιο, ο σκοπός  παραμένει ο ίδιος το δημοσιοοικονομικό. Ο ιδιωτικός τομέας μένει απ ’έξω, μόνη μέριμνα η σωτηρία του δημόσιου, δηλαδή της  δομής εξουσίας του παρελθόντος. Η ακραία πολιτική αντιπαράθεση ,μοναδικό στόχο έχει ,την αποφυγή πολιτικής ευθύνης και την ενοχοποίηση του πολιτικού αντιπάλου σε περίπτωση αναγκαστικής επιβολής μέτρων. Είναι μέρος της εξουσίας και πρέπει να πάρουν μέτρα ενάντια στα κοινωνικά της στηρίγματα. Οι ταξικές επίσης αντιθέσεις μπαίνουν κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Την στιγμή που μπαίνει, το ζήτημα της απασχόλησης, δηλαδή της ύπαρξης των δύο βασικών κοινωνικών παραγόντων της παραγωγής, οι κοινωνικές συμμαχίες μπαίνουν συγκυριακά σε μια διαφορετική φάση. Σήμερα οι μη ανθρωποκεντρικές ιδεολογίες στρέφονται με διάφορα προσχήματα, ενάντια στην μισθωτή εργασία.
  Σε πρακτικό επίπεδο η κρίση της πολιτικής, συμπυκνώνεται στο γεγονός,  ότι τα πραγματικά κοινωνικά  προβλήματα κρύβονται πίσω από ένα πέπλο, ηθικής, ιδεοληψιών και  παντελούς αποστασιοποίησης από τον πραγματικό, πέρα από το ατομικό συμφέρον, κόσμο. Η πολιτική αντιπαράθεση φυλετικού τύπου τείνει  να γίνει το πρόβλημα, στην Χαλκιδική μια σπίθα χρειάζεται για εμφύλιο πόλεμο. Η  αναγέννηση της πολιτικής περνά μέσα από την επιστροφή στον ανθρωποκεντρισμό. Δηλαδή η επιστροφή σε μια όραση της κοινωνίας πάνω από το ατομικό συμφέρον. Η επιστροφή σε μια κοινωνική συνοχή που θα οδηγεί στην στοιχειώδη λειτουργία της παραγωγής και της κοινωνίας. Από εκεί τα πάντα έπονται, η πεισματική επιμονή , πως από  κάποιο θαύμα θα σωθεί  το αντιπαραγωγικό καθεστώς της υπαλληλοκρατίας  με μοναδικό στόχο την κατανάλωση, μόνο στην καταστροφή θα οδηγήσει. Αυτό που ξεχωρίζει, τον «πατριώτη» από τον «ταγματασφαλίτη» είναι ότι η στολή του δεύτερου διαφέρει μόνο στο πανωφόρι

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ




Η  ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ

Ο  βαθμιαίος  εκτοπισμός του ανθρωποκεντρισμού από τον βιοκεντρισμό στον τρόπο σκέψεις μας , δημιουργεί τις συνθήκες  της αναγέννησης του τέρατος του Ναζισμού, με νέες πιο περίπλοκες  και  συνεπώς πιο επικίνδυνες  μορφές.
   Αν κάναμε μια δημοσιογραφική έρευνα στην Ιερισσό με σκοπό να διαπιστώσουμε αν οι κάτοικοι προτιμούν το φαί στο τραπέζι 1000 οικογενειών ή την σωτηρία 800 στρεμμάτων δάσους που θα υλοτομηθεί για την εξόρυξη του χρυσού, σε τι αποτελέσματα άραγε θα καταλήγαμε; Αν επίσης βρισκόμαστε σε χώρο που παρεπιδημούν οικολόγοι ή φιλόζωοι και κλωτσούσε ένας περαστικός ένα σκύλο για  να μην τον δαγκώσει, ενώ συγχρόνως κάποιος από αυτούς έθετε το δίλλημα πόσοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν για να σωθεί η φύση, ποιος θα προκαλούσε την μεγαλύτερη μήνη; Τέλος αν κάποιοι μπορούσαν να επιλέξουν για την ατομική επιβίωση  ανάμεσα στον θάνατο χιλίων ανθρώπων ή την υλοτόμηση 1000 στρεμμάτων δάσους τι θα επέλεγαν; Προφανώς το δεύτερο. Γιατί οι χίλιοι άνθρωποι θα μπορούσαν σε μια επόμενη φάση να τον ανταγωνιστούν στην ατομική του επιβίωση, φτάνουμε στην επιτομή της γοητείας του ναζισμού και γενικότερα των βιοκεντρικών ιδεολογιών σε περιόδους κρίσης. Το άτομο επειδή είναι αδύνατο να βγει έξω από την ατομική του επιβίωση, όταν προτάσσει στην σωτηρία της ζωής την φύση και όχι τον άνθρωπο, στην πραγματικότητα επικεντρώνεται στον ατομισμό και «δίνει» στον εαυτό του το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο ενάντια στους άλλους για την ατομική του επιβίωση. Ο ναζισμός σαν θρησκεία της φύσης, όπως τον αποκαλούν αρκετοί ερευνητές, δικαιώνει ηθικά, υπαρξιακά και συναισθηματικά τον θάνατο των άλλων για να υπηρετηθεί ο σκοπός της σωτηρίας της ζωής, δηλαδή  της εκτός ανθρώπου φύσης. Το βασικό οικολογικό  σύνθημα του ναζισμού «Γη και Αίμα» σημαίνει καθαρότητα αίματος λόγω της προσήλωσης στην γη. Ενώ το «Γη και Ελευθερία» σημαίνει η ελευθερία που εδράζετε στην «ερωτική» προσήλωση στην γη. Λέμε ερωτική, γιατί η αγάπη στην γη σε αυτή την μορφή «θρησκειών» αντικαθιστά την ανθρωπιστική ιδέα της αγάπης στον θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών. Οι εθνικοσοσιαλιστές θεμελίωσαν την οικολογία, την φυσιολατρία, την φιλοζωία και την πράσινη ανάπτυξη πάνω στην βάση της αγνότητας της γης, που στην συγκρότηση τους παίζει ρόλο αντίστοιχο με της Παναγίας για τους Ορθόδοξους. Πως από εδώ φτάνουμε στα στρατόπεδα του θανάτου δεν είναι μες’ στους στόχους αυτών των γραμμών. Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι θεμελιωμένος στην εικόνα του αρχαίου κοινοτισμού.  Μόνο εκεί υπήρχε ο «λαός και το έθνος» που οραματιζόταν. Η αρχαία κοινότητα είχε κλειστό, αιμομικτικό και φυλετικό χαρακτήρα στην πράξη μιλάμε για οικογένειες. Μόνο εκεί υπήρχε ομοιότητα αίματος (γενετική) λόγω της κοινής φυλετικής καταγωγής. Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να έρχονται σε επαφή και  ειδικά με το εμπόριο.  τέτοιες κοινωνίες έχουν πάψει να υπάρχουν. Ότι ο καπιταλισμός ,με το ελεύθερο εμπόριο διαλύει τα σύνορα, άρα  την σχέση με την γη, είναι η αιτία του αβυσσαλέου μίσους που του έχουν οι βιοκεντριστές.
  Τι χρησιμεύουν όμως αυτές οι απόψεις, πέρα από την εκδήλωση κακιάς, λόγου του φόβου και της ανασφάλειας για την ζωή που προκαλεί η κρίση;  Πολλοί αν όχι όλοι θα επιθυμούσαμε να μην είχαμε γνωρίσει την εποχή της ευμάρειας, γιατί θα μειώναμε τις ανάγκες πολύ ποιο εύκολα άρα και την ανασφάλεια μας. Αν οι ανάγκες ήταν παρόμοιες με τις  ανάγκες  ενός ιθαγενή του Αμαζονίου, ο φόβος μέσου μισθού  300 ευρώ , δεν θα ήταν καθόλου ζοφερή προοπτική. Η εμπορευματική παραγωγή που βασίζεται στην δημιουργία επίκτητων αναγκών , μας μαθαίνει την ομορφιά, την χαρά και τον έρωτα και η καταστροφή δεν είναι ευνοϊκός χώρος για να τα απολαύσουμε. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του βιοκενρισμού και του ναζισμού που τον θεμελίωσε. Εδώ επίσης βρίσκεται και η αιτία που αυτές οι ιδέες βασίζονται στην φυλετική κοινωνία του κοινοτισμού. Να φανταστούμε μια κοινωνία ελάχιστα εξελιγμένη από τις αγέλες των ζώων.  Για να έχει συνοχή έπρεπε σε κάθε περίοδο αναπαραγωγής τα αρσενικά να συγκρούονται για την ανάδειξη του κυρίαρχου,το οποίο αναλάμβανε την ευθύνη   της επιβίωσης της αγέλης. Το κάθε μέλος  είχε μερίδιο στα μέσα επιβίωσης αλλά ο σκοπός δεν ήταν η ατομική αλλά η συλλογική   επιβίωση, ο θάνατος ενός αδύναμου μέλους ήταν προϋπόθεση σωτηρίας της ομάδας. Μόνο στην περίοδο του καπιταλισμού η ατομική επιβίωση είναι κεφαλαιώδους  σημασίας για την λειτουργία της κοινωνίας. Φυσικά όταν αυτός λειτουργεί απρόσκοπτα, οι κρίσεις βασίζονται στον αντιεμορευματικό χαρακτήρα της ατομικής ιδιοκτησίας , δηλαδή την προσκόλληση στην γη. Σε τι θα ήταν χρήσιμο να φαντασιονώμαστε  την δημιουργία μιας κοινωνίας φυλετικής; Τι θα μας χρησίμευε η ύπαρξη μιας κοινωνίας , λειτουργικής ομοφυλοφιλίας, που για να εκπληρώσεις το καθήκον της αναπαραγωγής  δεν θα έπρεπε να διεκδικήσεις  τα αισθήματα σου από το άλλο φύλλο μια και ο έρωτας είναι επίκτητη ανάγκη και  να είχε σημασία μόνο η επιβίωση του συνόλου και όχι του ατόμου; Πρώτα από όλα μπορείς να θεωρήσεις ότι θα είσαι εσύ που  θα ανήκεις  στην κατηγορία των δυνατών εξ ου και η μέριμνα για σωματική ρώμη και άθληση, και ευκολότερα να καταστείλεις τις απολαύσεις σαν στοιχείο επιβίωσης. Μια τέτοια ζωή για να είναι  βιώσιμη πρέπει να έχει σκοπό και οι βιοκεντριστές με τους ναζί πρωτοπόρους έχουν φροντίσει να δώσουν σκοπό στην πιο μικρή εκδήλωση της ζωής. Εδώ έχουμε μια ακόμα πρωτιά του εθνικοσοσιαλισμού, πολλές δήθεν νέες ιδέες  του «προοδευτικού» χώρου, όπως η ομοφοβία  και ο αντισεξιοσμός  είναι δημιουργήματα του.
  Η κυριαρχία στην ουσία των βιοκεντρικών ιδεολογιών που θεωρούν τον άνθρωπο ζώο και ότι  η ζωή του έπεται της ζωής της φύσης, μπορούν να γεννήσουν το τέρας σε πιο απεχθή μορφή.