Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ‘Η Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ



Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ‘Η
Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ  ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Η κρίση αξιών του δυτικού πολιτισμού έγκειται στην εγκατάλειψη του ανθρωποκεντρισμού  και η αντικατάσταση του με τον βιοκεντρισμό.  Ο εθνικοσοσιαλισμός  υπήρξε το πρώτο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση. Σήμερα αυτή η τάση έχει ισχυροποιηθεί γιατί  στον σύγχρονο κόσμο  η οικολογία είναι μια ολοένα αναπτυσσόμενη βιομηχανία. Από την άλλη πλευρά η επιρροή της αντιανθρωποκεντρικής οικολογίας στην Ελλάδα του σήμερα, οφείλετε στο γεγονός ότι η διάσπαση του κοινωνικού ιστού και οι έλλειψη λύσεων έκανε τον ατομισμό κυρίαρχο  εφόδιο επιβίωσης . Κατά  συνέπεια το άτομο επικεντρωμένο στην ατομική του επιβίωση, με φυσικό τρόπο αυτονομεί  την ύπαρξη του από το υπόλοιπο είδος μια και επιβίωση του είδους  αντίκειται στην ατομική  του επιβίωση και θεωρεί πως έχει προνομιακή σχέση με με τους υλκούς όρους για την ύπαρξης που παρέχει η φύση. Έχουμε τον ακραίο παραλογισμό που οικολγούντες αντιπαραθέτουν την επιβίωση της φύσης στην ανθρώπινη επιβίωση. Αρκετά διαδομένο στις μέρες, η φιλοζωία  υπερνικά την φιλανθρωπία. Στην συνέχεια θα δούμε πως η μη  ανθρωποκεντρική  φυσιολατρεία μπορει να οδηγήσει σε λουτρά αίματος

 Το επίκεντρο ολόκληρης της εθνικοσοσιαλιστικής διανόησης δεν εστιάζεται στην ανθρωπότητα, αλλά στην καθ’ αυτή ζωή, με την ολιστική της έννοια. Πρόκειται για την πρώτη βιοκεντρική πολιτική ιδεολογία, σε αντίθεση με τις μέχρι τότε αποκλειστικά ανθρωποκεντρικές. Κατά συνέπεια, αυτή η τάση για την αποκατάσταση του δεσμού του ανθρώπου με τον ολιστικό χαρακτήρα της ζωής, με αυτή την ίδια τη φύση μέσα στην οποία ο άνθρωπος γεννάται και αναπτύσσεται, αποτελεί την εσώτερη έννοια και την πεμπτουσία της εθνικοσοσιαλιστής σκέψης..
Το Λίκνο της πράσινης σκέψης Αν και περνά απαρατήρητο, ο γερμανικός χώρος συνιστά το πρόσφορο έδαφος για την ανάδειξη μιας σύνθεσης φυσιολατρείας και εθνικισμού, που καταλήγει σε ένα πανίσχυρο αμάλγαμα υπό την επίδραση του αντιορθολογικού ρεύματος της ρομαντικής παράδοσης. Αυτή η δυναμική εκφράζεται σχεδόν υποδειγματικά από δύο σημαντικότατες φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα, τον ακαδημαϊκό και ποιητή Ernst Moritz Arndt (1767-1860) και τον επίσης ακαδημαϊκό, ιστορικό και δημοσιογράφο Wilhelm Heinrich Riehl (1823-1897).
Ο Ernst Moritz Arndt χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς ως ο πρώτος οικολόγος με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Με το εκπληκτικό δοκίμιό του, με τίτλο «Για την Προστασία και Διατήρηση των Δασών», που είναι γραμμένο το 1815, την εποχή της έναρξης μίας αμείλικτης προώθησης της εκβιομηχάνισης στην κεντρική Ευρώπη, στρέφεται με δριμύτητα κατά της κοντόφθαλμης ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης των δασών και του εδάφους, καταδικάζοντας τις εκτενέστατες αποψιλώσεις που υπακούουν σε ανερμάτιστα οικονομικά κριτήρια. Σε αρκετά σημεία, οι παρατηρήσεις του είναι κυριολεκτικά διαχρονικές, συμπίπτοντας με τις σύγχρονες θέσεις του βιοκεντρισμού. Για παράδειγμα: τονίζει πως, εάν κάποιος παρατηρώντας τη φύση κατανοεί τους συνεκτικούς δεσμούς και τις αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις που αναπτύσσονται, τότε το κάθε τι αποκτά εξίσου σημαντική σπουδαιότητα, είτε πρόκειται για θάμνο, ασπόνδυλο οργανισμό, φυτό, άνθρωπο, πέτρα ή ζώο και τίποτε δεν έρχεται πρώτο ή τελευταίο, καθώς όλα συναπαρτίζουν μία και μοναδική ενότητα.

Από την άλλη πλευρά, ο Arndt είναι ξεκάθαρα εθνικιστής, χαρακτηρίζοντας με τα χειρότερα επίθετα τους Εβραίους, τους Σλάβους και τους Γάλλους, απαιτώντας από τους συμπατριώτες του φυλετική συνοχή και τευτονική αγνότητα.
Ο Wilhelm Heinrich Riehl προχωρεί ακόμη περισσότερο από τον Arndt και, σε ορισμένα σημεία, οι οικολογικές του ανησυχίες είναι βαθύτερες και εντονότερες. Προαγγέλλει δυναμικές κινήσεις σύγχρονου τύπου, όπως η Green Peace, όταν στο δοκίμιό του με τίτλο «Αγρός και Δάσος» (Feld und Wald), γραμμένο το 1853, καλεί τους συμπατριώτες του σε ένα νέο αγώνα για την προστασία της φύσης. Ταυτόχρονα, το πάθος του για τη φύση συνδέεται με εθνικιστικά κριτήρια, τονίζοντας ότι η διάσωση των δασών δεν στοχεύει στην απρόσκοπτη προμήθεια ξυλείας για τους παγωμένους χειμώνες, αλλά στη διατήρηση του παλμού της ζωής του λαού και στην κατοχή της Γερμανίας από τους Γερμανούς.

Ο Riehl είναι σφοδρός πολέμιος της ανεξέλεγκτης εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης. Οι αντισημιτικές του τάσεις είναι προφανείς στο έργο του, στα σημεία που εγκωμιάζει τις αξίες της αγροτικής ζωής, καταδικάζοντας τις εκσυγχρονιστικές αστικές ροπές. Θεωρείται ιδρυτής του ρομαντικού αγροτικού κινήματος και της κίνησης κατά της αστυφιλίας, εισάγοντας παράλληλα στη μελέτη της Ιστορίας τη θεμελιώδη θέση της κοινωνικής δομής στη διαμόρφωση των ιστορικών εξελίξεων.

Λαϊκά Κινήματα και Οικολογία Αυτή η κυρίαρχη ροπή στην ανάδυση του λεγόμενου Λαϊκού (Völkisch) Κινήματος, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, δημιουργεί ένα ισχυρό πολιτιστικό ρεύμα και μία κοινωνική τάση που συνενώνει τον εθνοκεντρισμό με τον μυστικισμό της φύσης. Στο επίκεντρο εκδηλώνεται μία αντίδραση για κάθε εκσυγχρονιστική εξέλιξη και μία αποξένωση από τις γιγαντιαίες ανακατατάξεις που προκαλούν ο θρίαμβος του βιομηχανικού καπιταλισμού και η επιθυμία της πολυπόθητης γερμανικής ενοποίησης. Έτσι, οι οπαδοί του κινήματος διακήρυξαν ως αντίβαρο την επιστροφή στη γη και την απλότητα της ζωής, που συμβαδίζει με την αγνότητα της φύσης.

Ουσιαστικά, το κίνημα επιχειρεί μία αναδόμηση της κοινωνίας, με βάση την οριοθέτηση των ιστορικών της καταβολών, την αναγνώριση των ριζών της στη φύση και την επαφή με το κοσμικό πνεύμα της ζωής. Παράλληλα, αγνοεί τις αιτίες της αποξένωσης και της εκρίζωσης των ανθρώπων, της καταστροφής του περιβάλλοντος και των κοινωνικών δομών. Επίσης, κατηγορεί τον ορθολογισμό, τις κοσμοπολίτικες αντιλήψεις και την αστυφιλία. Από την άλλη πλευρά, συντηρείται το μίσος των αγροτών και η ανάλογη απέχθεια των μεσοαστών προς τους Εβραίους, σε μια εποχή που οι Γερμανοί αναζητούν ένα ολιστικό πνεύμα, ικανό να αποκαταστήσει την αρχέγονη ευτυχία, καταστρέφοντας τους εχθρούς τους και τον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό, που ποδηγετείται από «σιωνιστές συνωμότες».

Χάρη στο κίνημα αυτό, ο παραδοσιακός γερμανικός αντισημιτισμός αναμορφώνεται στα πλαίσια μιας νέας ορολογίας, που κυριαρχείται από την αγάπη προς τη φύση και ενσωματώνεται σε ένα αμάλγαμα πολιτιστικών προκαταλήψεων της εποχής, ρομαντικών ιδεοληψιών για την αγνότητα και αντιθέσεων προς τον Διαφωνιστμό, με συνέπεια κατά τον επόμενο αιώνα να διαχυθεί στην πολιτική ζωή της Γερμανίας. Παράλληλα, η εμφάνιση της σύγχρονης Οικολογίας δημιουργεί τον τελικό κρίκο στην αλυσίδα που συνδέει τον επιθετικό εθνικισμό, τον μυστικιστικό φυλετισμό και μία σχεδόν μονομανία για την προστασία του περιβάλλοντος.
Μάλιστα, το 1867, ο διάσημος ζωολόγος Ernst Häckel (1834-1919) εισάγει τον όρο Οικολογία, για να προσδιορίσει μονολεκτικά ένα επιστημονικό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει τις επιστημονικές μεθόδους που μελετούν και αναλύουν τα διαδραστικά φαινόμενα μεταξύ των ζώντων οργανισμών και του περιβάλλοντος.,
O Häckel εξελίσσεται σε ακραίο εθνικιστή κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και, μετά το βραχύβιο κομμουνιστικό πραξικόπημα στη Βαυαρία, ενστερνίζεται και τις επιθετικές αντισημιτικές απόψεις της εποχής. Ουσιαστικά η δράση του και το επιστημονικό του κύρος, χάρη στο οποίο κατακεραυνώνει τους αντιπάλους του από την έδρα ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ιένας, συντελούν αποφασιστικά στην επικράτηση μιας σχολής σκέψης στη Γερμανία, η οποία συνιστά τον γεννήτορα του Εθνικοσοσιαλισμού, καθώς ο Häckel παραμένει επί δεκαετίες ο κύριος ιδεολογικός εκπρόσωπος του φυλετισμού και του εθνικισμού στη χώρα. Κατά τα τέλη της ζωής του εντάσσεται στην Εταιρεία της Θούλης, που μέλη της συμμετέχουν στην ίδρυση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (NSDAP) το 1919.



Όμως ο κύριος φορέας ανάδειξης αυτών των ιδεών στο πολιτικό προσκήνιο οφείλει πολλά στην παρουσία ενός κινήματος νεολαίας, με αποφασιστική - αν και αμφιλεγόμενη - δραστηριοποίηση, που διαμορφώνει το λαϊκό πολιτιστικό περιβάλλον στη Γερμανία κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Πρόκειται για τους Περιπλανόμενους (Wandervögel), που σχηματίζουν μια πολυσυλλεκτική δεξαμενή, όπου συνυπάρχουν φυσιολάτρες, αντιπολιτιστικοί, νεορομαντικοί, οπαδοί ανατολικών φιλοσοφικών ρευμάτων, μυστικιστές της φύσης και αντιορθολογιστές, με ισχυρή προδιάθεση για την κοινοβιακή ζωή, την οποία θεωρούν αυθεντική και μόνη σωτηρία έναντι της απομόνωσης του ανθρώπου από τις απαραίτητες κοινωνικές του σχέσεις. Η έντονη έμφαση για την επιστροφή στη φύση και τις αξίες της προκαλεί επαγωγικά μια σχεδόν παθολογική ευαισθησία για το περιβάλλον και τις καταστροφές που υφίσταται και αυτές οι – πρωτοφανείς για την εποχή τους – αντιλήψεις οδηγούν πολλούς να θεωρούν τους Wandervögel κάτι σαν προδρόμους των προσκόπων αλλά και των παιδιών των λουλουδιών της δεκαετίας του ’60. Οι οπαδοί του κινήματος συνιστούν μία πολιτική απάντηση σε μια βαθύτατη πολιτιστική κρίση, υπερτονίζοντας την προτεραιότητα της άμεσης συναισθηματικής εμπειρίας έναντι της κοινωνικής κριτικής και δράσης.

Η χαλαρή οργανωτική τους δομή και ο γοητευτικός ανυστερόβουλος ιδεαλισμός τους προσελκύουν χιλιάδες οπαδούς, ενώ επηρεάζονται δραστικά και από τον φιλόσοφο και ψυχολόγο Ludwig Klages (1872-1956), που διαμορφώνει αποφασιστικά την οικολογική τους συνείδηση.
Στο εξαιρετικό δοκίμιό του «Άνθρωποι και Γη» (Mensch und Erde), που παρουσιάζεται στη σχεδόν θρυλική συγκέντρωση των Wandervögel στα υψώματα Hohe Meissner (περιοχή Kassel) στις 11-12 Οκτωβρίου 1913, αποκρυσταλλώνει τις τάσεις της εποχής για την προστασία του περιβάλλοντος, με το κείμενό του να συνιστά ουσιαστικά τη διακήρυξη των αρχών του ριζοσπαστικού οικολογικού κινήματος. Ο Klages αναφέρεται σχεδόν σε όλα τα προβλήματα της σύγχρονης Οικολογίας, καταγγέλλοντας την επιταχυνόμενη εξαφάνιση των ειδών, την καταστροφή των αυτόχθονων πληθυσμών της υδρογείου από τη Δύση, τη διατάραξη της ισορροπίας του παγκόσμιου οικοσυστήματος, την εκμηδένιση της άγριας φύσης, την παραμόρφωση της αστυφιλίας και την εντεινόμενη αποξένωση του ανθρώπου από το περιβάλλον. Καταφέρεται σε έντονους τόνους εναντίον του χριστιανισμού, του καπιταλισμού, του οικονομικού ωφελιμισμού, της υπερκατανάλωσης, της αχαλίνωτης τεχνολογικής προόδου και καταδικάζει την καταστροφή του περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη τουριστική κίνηση, τη σφαγή των φαλαινών και απευθύνοντας την πρώτη έκκληση για την αναγνώριση του πλανήτη ως ενιαίου οικοσυστήματος. Στις πολιτικές του απόψεις πάντως είναι εθνικιστής και αντισημίτης, προλειαίνοντας το έδαφος για τη μαζική ένταξη των Wandervögel στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα μετά το 1925.

Στο περίφημο δοκίμιό του το 1913, η οργή που εκρήγνυται κατά της καταστροφής του περιβάλλοντος και των φορέων της πηγάζει από την απελπισία του για την πολιτιστική παρακμή της Γερμανίας και την καταβαράθρωση των παραδοσιακών αξιών. Όσον αφορά τον τομέα των ψυχολογικών του ερευνών, ασχολείται ιδιαίτερα με την ψυχολογία της έκφρασης, αποτελώντας τον θεμελιωτή της σύγχρονης γραφολογίας, με την ίδρυση της Γερμανικής Γραφολογικής Εταιρείας το 1896. Επιπλέον, το δοκίμιό του υιοθετείται επίσημα το 1980 στην ιδρυτική διακήρυξη του Κόμματος των Γερμανών Πρασίνων!

Artamanen και Landdienst HJ
Ο φιλόσοφος όμως που επηρεάζει περισσότερο, χάρη στο επιστημονικό του κύρος και τη διεθνή του αναγνώριση, είναι ο Martin Heidegger (1889-1976), μαχητικός πολέμιος του Διαφωτισμού και σύμφωνα με πολλούς ο κύριος εισηγητής φιλοσοφικών θέσεων στο οικολογικό κίνημα. Η κριτική του στον ανθρωποκεντρικό ανθρωπισμό, η έκκλησή του προς τους συνανθρώπους του να αφήσουν αδιατάρακτη τη ροή των πραγμάτων, η πεποίθησή του ότι ο άνθρωπος σε έναν κοσμικό χορό με τη γη, τον ουρανό και τους θεούς, η προσδοκία του για το ενδεχόμενο υιοθέτησης ενός αυθεντικού φυσικού τρόπου ζωής στον πλανήτη, οι έντονες διαμαρτυρίες του για την καταστροφή του περιβάλλοντος από την αχαλίνωτη βιομηχανική τεχνολογία, η έμφαση που αποδίδει στον τόπο και τον χώρο, οι απαιτήσεις του για την προστασία και διαφύλαξη της φύσης, αντί της καταδυνάστευσής της από τον άνθρωπο, τον αναδεικνύουν στον βασικό θεωρητικό της σύγχρονης Οικολογίας. Υποστηρίζει ενεργά το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, παραμένοντας στη Γερμανία, χωρίς να απολογηθεί ποτέ ως τον θάνατό του για τις επιλογές του. Εξάλλου, τόσο οι προπολεμικοί, όσο και οι μεταπολεμικοί – σχεδόν μεταφυσικοί – πανηγυρικοί του για την έννοια Ηeimat (Πατρίδα), συνδέονται με βαθύτατα αντισημιτικά συναισθήματα.

Όλες αυτές οι τάσεις συντελούν στη διαμόρφωση μιας ευρύτατα αποδεκτής ιδεολογίας για την προστασία της φύσης και η παρουσία μιας πλειάδας ακαδημαϊκών που τις υποστηρίζουν προσδίδει κύρος και βαρύτητα, ειδικά κατά την περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Την εποχή αυτή εμφανίζεται ένα δυναμικό κίνημα, με σαφή καταγωγή από τους Wandervögel, που – αν και απορρίπτει τις ακραίες ιδέες του Hentschel – αποδέχεται τον βεδικό μυστικισμό που τις περιβάλλει, υιοθετώντας για τα μέλη του τη συλλογική ονομασία Artamanen, παράγωγη του σανσκριτικού όρου Artam, που δηλώνει την ηλιακή θεότητα.
Ο σύνδεσμός τους (Artam Bund) ιδρύεται το 1924, έχοντας αρχικά 200 μέλη, που μέχρι το 1929 υπερβαίνουν τις 3.000, ενώ στην αρχική ηγετική ομάδα των Hans Holfelder και Georg Könstler, συμμετέχει ο ανθρωπολόγος και ευγονιστής Hans F. K. Günther, ο μετέπειτα (1931) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιένας και γνωστός πολέμιος του Hentschel. Τα μέλη του συνδέσμου αναζητούν εργασία σε μεγάλα αγροκτήματα, συγκροτημένα σε κοινοβιακές ομάδες από 4 ως 20 άτομα, ελπίζοντας να αποκτήσουν τα οικονομικά μέσα για την αγορά γης, εφαρμόζοντας οργανικές μεθόδους στις καλλιέργειες και ειδικά τη βιοδυναμική μέθοδο του πολυπράγμονα Rudolf Steiner. Στον σύνδεσμο εντάσσονται μεταγενέστερα αρκετά γνωστά στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, όπως οι Richard Walter Darré, Heinrich Himmler, Rudolf Hëss, ενώ η σύνδεσή του περιλαμβάνει κατά 45% μικρεμπόρους και μικροβιοτέχνες, κατά 17% δημόσιους υπαλλήλους, κατά 12% φοιτητές, κατά 24% ανειδίκευτες γυναίκες και κατά 2% διάφορους άλλους.

Το 1924 σχηματίζονται οι πρώτες 11 ομάδες, που διασπείρονται σε διάφορα μεγάλα αγροκτήματα, με πρώτη στις 13 Απριλίου την ομάδα του Limbach, που απαρτίζεται από νέους και νέες της γειτονικής ομώνυμης πόλης. Σύντομα η συμπεριφορά τους ανανεώνει την αντίληψη για την υποβαθμισμένη αγροτική ζωή στη Γερμανία, με συνέπεια το 1926 ο σύνδεσμος να κινήσει το ενδιαφέρον εξαιρετικά πολλών μεγάλων ιδιοκτητών γης, που επιδιώκουν τη συνεργασία του. Στις αρχές του 1929, 2.300 μέλη του συνδέσμου ζουν και εργάζονται σε 270 μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες στη Γερμανία, ενώ το πνεύμα ανανέωσης και αναζωογόνησης που μεταφέρουν στην ύπαιθρο εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα της υποστήριξης του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος από τους αγρότες, καθώς οι περιφερειακές οργανώσεις του συνδέσμου, με πρώτη την οργάνωση του κρατιδίου του Meclenburg, εντάσσονται σταδιακά στις τάξεις των οπαδών του Hitler.
Στις αρχές του 1930, ο σύνδεσμος εξαγοράζει τις πρώτες του εκτάσεις στην Πρωσία και ως το 1935 κατέχει 158 μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, από τις οποίες οι 48 αξιοποιούνται από μεγάλες κοινοβιακές ομάδες, με μεγαλύτερες του Koritten που σχηματίζεται το 1931 και του Kopellow το 1933, αποτελούμενες από 150 και 582 άτομα αντίστοιχα. Από τις 7 Οκτωβρίου του 1934, οι Artamanen αποτελούν την σπονδυλική στήλη της Landdienst HJ (Κοινωνική Υπηρεσία Χιτλερικής Νεολαίας), υπό την ευθύνη του μόλις 21 ετών τότε ιδρυτικού της στελέχους Artur Axmann, ο οποίος το 1935 οργανώνει 240 ομάδες με 3.500 μέλη και το 1936 378 ομάδες με 5.700 μέλη, που εξυπηρετούν τα αγροκτήματα της Γερμανίας, αξιοποιώντας τους έμπειρους στην αγροτική ζωή Artamanen στις ηγετικές θέσεις. Το 1938 λειτουργούν 1.452 ομάδες με 12.000 μέλη και 600 αμιγώς γυναικείες με άλλα 3.400, ενώ όλοι οι συμμετέχοντες στα προγράμματα αυτά διαθέτουν ειδικό φυλλάδιο, στο οποίο καταγράφονται οι εργασίες, οι επιδόσεις, αλλά και οι απολαβές τους μετά τη λήξη των προγραμμάτων, χάρη στις οποίες το 20% επιλέγει για μόνιμη την αγροτική ζωή. Από τον Απρίλιο του 1940 λειτουργεί και η πρώτη τους βιολογική γεωπονική σχολή στο Koppelsdorf, ακολουθούμενη από την ίδρυση άλλων 16 σε ολόκληρη τη Γερμανία, μέχρι το 1942, με συνέπεια το 1943 να υπάρχουν 38.000 μέλη που εξυπηρετούν 1.500 περιφερειακούς αγροτικούς οικισμούς και 1.000 μεγάλης έκτασης αγροκτήματα.
Η κίνηση αυτή αποτελεί μία από τις περισσότερο συγκροτημένες στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, καθώς αναστέλλει την εγκατάλειψη της υπαίθρου και λειτουργεί ως αντίβαρο στα κύματα μετακίνησης των νέων προς τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, μετά την εκρηκτική οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας στη δεκαετία του ’30.

.

Blut und Boten
Η ενότητα του Αίματος και του Χώματος οφείλει να αποκατασταθεί, διακηρύσσει το 1930 ο Richard Walter Darré (1895-1953), αποκρυσταλλώνοντας στη φράση αυτή τον σχεδόν μυστικιστικό δεσμό μεταξύ αίματος (που υπονοεί τη φυλή) και χώματος (που εννοεί τη γη).

Αν και το σύνθημα “Blut und Boden” (Αίμα και Χώμα) κυκλοφορεί από τις αρχές του 20ου αιώνα στις τάξεις των λαϊκών (völkisch) κινήσεων, ο Darré το μετεξελίσσει σε προμετωπίδα ενός πολύ ισχυρού κινήματος και σε βασική κατευθυντήρια γραμμή της Εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Με καταβολές που ανιχνεύονται για πρώτη φορά στον Arndt και τον Riehl, οραματίζεται την επιστροφή της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης στις αξίες της αγροτικής ζωής, αναζωογονώντας την ύπαιθρο και διασφαλίζοντας οικολογική σταθερότητα. Ο άνθρωπος αυτός αποτελεί τον πόλο που προσελκύει εκατοντάδες ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς που, αν και δεν ανήκουν απαραίτητα στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα εκείνη την εποχή, υποστηρίζουν σθεναρά τις συγκεκριμένες απόψεις, ενώ παράλληλα συνιστά την προσωπικότητα που εγγυάται την αθρόα υποστήριξη των αγροτών προς τον Χίτλερ στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1930.

Από το 1933 ως το 1942, ο Darré ηγείται του Υπουργείου Γεωργίας και της Συνομοσπονδίας Γερμανών Αγροτών, κατέχοντας μία από τις πανίσχυρες πολιτικά θέσεις στη Γερμανία, καθώς το υπουργείο του διαθέτει τον τέταρτο κατά σειρά μεγέθους προϋπολογισμό στη χώρα, ακόμη και κατά την πρώτη περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου! Από τη θέση του αυτή, έχει τη δυνατότητα να υποστηρίζει διάφορες σημαντικές οικολογικές πρωτοβουλίες, αποτελώντας αναμφίβολα το πρόσωπο που οριστικοποιεί και παγιώνει μία συγκροτημένη οικολογική πολιτική, με βάση τις περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες των πρώτων οπαδών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Η επίδρασή του στη διαμόρφωση της Εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας είναι κυρίαρχη, καθώς μάχεται κατά των νέων αστικών πολιτισμικών κινήσεων, αντιτίθεται στον οικονομικό φιλελευθερισμό, επικρίνει με δριμύτητα τις σύγχρονές του αχαλίνωτες κοινωνικές τάσεις και κατακεραυνώνει την αστυφιλία.

Οι στόχοι του συμβαδίζουν με την πολιτική του λεγόμενου ζωτικού χώρου (Lebensraum), παρέχοντας πρωταρχικά τη δικαίωση, αλλά και το κίνητρο, για εδαφικές διεκδικήσεις των μεγάλων απωλειών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ειδικά στους χιλιάδες εξαθλιωμένους πρόσφυγες των υφαρπασμένων ανατολικών περιοχών. Αξιοποιώντας ταυτόχρονα βιολογικές μεταφορές, εξηγεί πώς το σύνθημα «Αίμα και Χώμα» παρέχει το ηθικό δικαίωμα για διεκδίκηση εδαφών, στο βαθμό που αποκαθιστά την αρμονία στο σώμα του λαού και τον γεωπολιτικό του χώρο. Πέραν όμως της οικολογικής αιτιολόγησης της επαναδιεκδίκησης των ανατολικών εδαφών και της εδαφικής επέκτασης της Γερμανίας, ο Darré, με την πλήρη υποστήριξη του Hitler, φροντίζει να επιβάλλει αρχές περιβαλλοντολογικής ευαισθησίας, ώστε να αποτελέσουν το πλαίσιο για την ανάπτυξη της νέας αγροτικής πολιτικής. Ακόμη και όταν η λεγόμενη Μάχη της Παραγωγής (η προσπάθεια για την ανάκαμψη της αγροτικής παραγωγής με στόχο την αυτάρκεια του Έθνους σε βασικά αγαθά) εντείνεται δραστικά, οι αρχές αυτές είναι που παραμένουν σε ισχύ για την αντιμετώπιση της καθίζησης και της εξαθλίωσης που είχε προκαλέσει η τρομακτική οικονομική κρίση του 1929.

Αγροτική πολιτική
Το πρώτο σημείο του νέου προγράμματος για την παραγωγή, που επιβάλλει στο Πανεθνικό Συνέδριο Αγροτών του 1934, είναι η διατήρηση της υγείας του εδάφους. Το επαναστατικότερο στοιχείο της αγροτικής πολιτικής του εστιάζεται στην εισαγωγή σε μεγάλη κλίμακα των οργανικών καλλιεργειών, που προσδιορίζονται με την έκφραση Lebengesetzliche Landbauweise (καλλιέργειες σύμφωνες με το νόμο της ζωής), οι οποίες αντλούν πολλά από την τεχνική της βιοδυναμικής καλλιέργειας που εισάγει ο πατέρας της ανθρωποσοφίας Rudolf Steiner.
Στην προσπάθεια να ενισχύσει αυτή την εναλλακτική μορφή αξιοποίησης της γης, το γερμανικό κράτος εισάγει τον θεσμό της Πράσινης Εβδομάδας (Grüne Woche), που περιλαμβάνει εκθέσεις βιολογικών προϊόντων και παρουσιάσεις εναλλακτικών μορφών ήπιας αξιοποίησης της γης, ώστε να μεγιστοποιηθεί η προβολή των νέων μεθόδων σε πανεθνική κλίμακα. Η εκστρατεία διάδοσης της οργανικής καλλιέργειας, παράλληλα με την προπαγανδιστική εκστρατεία υπέρ της κατανάλωσης οικολογικών προϊόντων, επηρεάζει άμεσα θετικά χιλιάδες μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις και αγροκτήματα στη Γερμανία. Οι Göring και Bormann διαφωνούν, αλλά η αμέριστη υποστήριξη του Rudolf Hess, του Himmler, μα και του ίδιου του Hitler, επιτρέπει στον Darré να ασκήσει απρόσκοπτα την αγροτική πολιτική του.
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1933, ψηφίζεται το νομοσχέδιο Reichserbhofgesitz (Νόμος Κληρονομικής Έγγειας Ιδιοκτησίας) για την προστασία των μικρών αγροτών με κληρονομικές ιδιοκτησίες, ο οποίος απαγορεύει την υποθήκευση της γης ως εγγύηση δανεισμού καθώς και τη μεταπώλησή της σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα εκτός του οικογενειακού κύκλου του κατόχου της! Το νομοσχέδιο προστατεύει ουσιαστικά τους μικρούς ιδιοκτήτες από τους κινδύνους του δανεισμού και αποτρέπει την εξαγορά των μικρών εκμεταλλεύσεων από μεγάλες εταιρείες ή μεγαλοκτηματίες.
Η απόλυτη κυριαρχία του επί μία σχεδόν δεκαετία στη διαμόρφωση της αγροτικής πολιτικής του Ράιχ επιτρέπει την απρόσκοπτη υποστήριξη των οικολογικών μεθόδων καλλιέργειας, ενώ ο σχεδιασμός της καθαρά αγρονομικής πολιτικής στην εποχή του δεν έχει προηγούμενο σε καμία άλλη χώρα! Ως το 1939, μέσα σε μόλις 6 χρόνια δηλαδή, η Γερμανία εξελίσσεται στην πρώτη δύναμη παραγωγής στα βασικά αγροτικά προϊόντα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, υπερέχοντας εντυπωσιακά σε απόδοση ανά καλλιεργούμενο εκτάριο έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τη δεύτερη στην κατάταξη (και πολύ πιο εύκρατου κλίματος) Γαλλία, υπερέχει κατά 40,1% σε παραγωγή σίτου, 35,8% σε παραγωγή κριθής και 41,9% σε παραγωγή πατάτας, σύμφωνα με την έκθεση των πεπραγμένων του τετραετούς προγράμματος (1934-1938) του υφυπουργού γεωργίας Herbert Backe – που εποφθαλμιά τη θέση του Darré και εξελίσσεται τελικά σε έναν από τους χειρότερους εχθρούς του.

Darre και αμφισβητήσεις Ο Darré, λόγω της δράσης του, θεωρείται συχνά ως ο πρωτοπόρος των Πρασίνων, ενώ η βιογράφος του Anna Bramwell τον χαρακτηρίζει πατέρα τους και στο (πληρέστερο υπάρχον) βιογραφικό της έργο με τίτλο “Blood and Soil” υποβαθμίζει συστηματικά τις ιδεολογικές του τάσεις, επιχειρώντας να παρουσιάσει έναν παραπλανημένο ριζοσπάστη οικολόγο. Όμως, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 εμφανίζεται στα κείμενά του ακραίος αντισημιτισμός και η υποστήριξή του προς τον Χίτλερ και τις αποφάσεις του είναι αναμφισβήτητη – ενώ μάλιστα κάποιοι φτάνουν στο σημείο να θεωρούν πως ο Darré ήταν ο σκοτεινός εγκέφαλος που συλλαμβάνει το σχέδιο εξόντωσης των Εβραίων, αν και οι ενδείξεις είναι εντελώς περιστασιακές και χωρίς ουσιαστική βάση. Η θέση της Bramwell βασίζεται στην προσπάθεια του Darré να αναδείξει τον αγρότη ως βιολογικό λειτουργό στο κοινωνικοπολιτικό σώμα (Volkskörper) και στην κατηγορηματική δυναμική του τάση να αναβαθμίζει το ζήτημα της αγροτικής δραστηριότητας στο επίπεδο της ιδέας μιας διαχρονικής και σχεδόν μυστικιστικής αξίας.
Ωστόσο, οι ορισμοί του Darré για τον μυθικό πυρήνα του λαού και τον καταστροφικό εκφυλισμό της κοινωνίας, αν και ευθυγραμμίζονται με την ευρύτερη έννοια προστασίας του λεγόμενου γερμανικού αίματος, θεωρείται σήμερα από πολλούς πως έρχονται σε αντίθεση με τις επεκτατικές επιδιώξεις της Γερμανίας, παραβλέποντας την έννοια της αρμονίας ζωτικού χώρου και έθνους. Κατά την απορία που εκφράζεται για το πώς είναι δυνατόν να συμβαδίζουν οι πρωτοπόρες και σχεδόν ρομαντικές οικολογικές τάσεις με την τεχνοκρατική δομή και την εκρηκτική τεχνολογική εξέλιξη της Γερμανίας σε όλους τους τομείς εκείνη την περίοδο, παραβλέπεται το γεγονός ότι οι περιβαλλοντολογικές παράμετροι αποτελούν το μέτρο για τον καθορισμό της ασφαλούς τεχνολογικής εξέλιξης και του εκσυγχρονισμού.

Τεχνικά έργα και οικολογική ευαισθησία Οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες που παγιώνουν αυτές τις αντιλήψεις στη Γερμανία του Γ’ Ράιχ είναι ο Dr. Fritz Todt (1891-1942), μαζί με τον σύμβουλο και βοηθό του Dr. Alwin Seifert (1890-1972), έναν εξαιρετικό σχεδιαστή και μηχανικό. Σύμφωνα με όλες τις πηγές, ο Todt, όπως και ο Darré, θεωρείται από τους πλέον ισχυρούς παράγοντες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, καθώς έως τον θάνατό του το 1942 κατέχει τρία ζωτικά υπουργικά χαρτοφυλάκια (Εξοπλισμών, Δημοσίων Έργων και Αυτοκινητοδρόμων), ενώ επιπλέον ηγείται της τεράστιας ημιεπίσημης και σχεδόν παραστρατιωτικής οργάνωσης που φέρει το όνομά του “Organisation Todt”, συγκεντρώνοντας υπό τον έλεγχό του όλα τα σημαντικά τεχνικά έργα που εκτελούνται ή προγραμματίζονται στη χώρα. Ο διάδοχός του Albert Speer, τον χαρακτηρίζει ανεπιφύλακτα οικολόγο, λόγω του ότι όλα τα τεχνικά έργα και κυρίως η κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων (Autobahn – μία από τις μεγαλύτερες τεχνικές προκλήσεις του 20ου αιώνα) υπακούουν σε μία περιβαλλοντολογική ευαισθησία συχνά σε ακραίο βαθμό, ενώ οι συγκρούσεις του με τον Bormann για το ζήτημα της προστασίας του τοπίου σχετικά με το καταφύγιο στο Obersalzberg της Βαυαρίας, ενισχύουν αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ο Todt απαιτεί την εφαρμογή της τεχνολογίας σε αρμονία με το περιβάλλον και τη φύση, υπερκαλύπτοντας ακόμη και τα πλέον σύγχρονα οικολογικά κριτήρια για μεγάλης κλίμακας κατασκευές, όπως επίσης και μία σειρά αρχών, που ο ίδιος αποκαλεί οργανολογικές και πηγάζουν από τις ιδέες των Λαϊκών (völkisch) κινήσεων.

Το κίνητρο των οικολογικών πλευρών αυτής της προσέγγισης στα τεχνικά έργα πηγάζει από την ανάγκη της έμφασης στην αρμονική προσαρμογή στον περιβάλλοντα χώρο για λόγους αισθητικής, καθώς και από κριτήρια για την προστασία των υδροβιότοπων, των δασικών εκτάσεων και των οικολογικά ευαίσθητων περιοχών. Η παράδοση του σχεδιασμού εξωτερικών χώρων, ειδικά στους μεγάλους κήπους, σε συνδυασμό με το κίνημα Heimatschutz των αρχών του 20ου αιώνα, διαμορφώνουν μια αισθητική τάση στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος που λειτουργεί ως ισορροπιστικό αντίβαρο στην ακραία ορθολογική διαχείριση γης.
Ο Dr. Alwin Seifert, ο ηγέτης αυτής της ομάδας σχεδιαστών, εφαρμόζει ακριβώς αυτήν την αισθητική στους αυτοκινητοδρόμους, συχνά παρακάμπτοντας το ύφος της τοπικής χλωρίδας, για να υιοθετήσει μία οικολογική λογική, που βασίζεται σε πρότυπα μεγάλης κλίμακας. Αυτή η σχεδίαση εμφανίζει πολλές ιδιαίτερες γερμανικές επιρροές και ενισχύει την πολιτική ρητορεία του Εθνικοσοσιαλισμού και αναμφίβολα συνιστά μια απάντηση στα ευρύτερα προβλήματα της βιομηχανικής κοινωνίας, μετατρέποντας ένα θέμα αισθητικής, που πηγάζει από ριζοσπαστικά κριτήρια, σε μια σοβαρή πολιτισμική λειτουργία, που αντιμετωπίζει δραστικά την εξοντωτικά ολοκληρωτική οικονομική αξιολόγηση και αποτίμηση των παρεμβάσεων στο περιβάλλον. Ο ίδιος ο Todt αποκαλεί τον Seifert ακραίο οικολόγο, καθώς ο τυπικά υφιστάμενός του κατέχει το υπουργικού επιπέδου χαρτοφυλάκιο για το Περιβάλλον και επιχειρεί να επιβάλλει τις οικολογικές του απόψεις με κάθε μέσον, με συνέπεια να χαρακτηρίζεται στους κύκλους του Κόμματος ως ο «Κύριος Μητέρα Γαία» (Herr Mutter Gaia). Ο χαρακτηρισμός αντανακλά τη δράση του Seifert με αμεσότητα, λόγω του ότι αγωνίζεται να επιτύχει μία ολοκληρωτική μεταστροφή από την τεχνολογία στη φύση και συχνά στα κείμενά του αναφέρεται μελοδραματικά με λυρικούς τόνους στα θαύματα της γερμανικής φύσης και την καταστροφική απροσεξία του ανθρώπου. Ήδη το 1934 απευθύνει επιστολή διαμαρτυρίας στον Rudolf Hess για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, υποστηρίζοντας ότι επιβάλλεται η υιοθέτηση μεθόδων εκμετάλλευσης προσαρμοσμένων στους νόμους της φύσης. Κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του, αντιτίθεται με σφοδρότητα στις μονοκαλλιέργειες, στην αποξήρανση των υδροβιότοπων, στη χρήση χημικών λιπασμάτων στη γεωργία και επικρίνει τον Darré ως μετριοπαθή, επειδή δεν προχωρά στην κήρυξη απόλυτης αγροτικής επανάστασης, ολοκληρωτικά εναρμονισμένης με τις αγροτικές αξίες, με φυσική και απλή μέθοδο γεωργικών εκμεταλλεύσεων, χωρίς καμία απολύτως εξάρτηση από το οικονομικό κεφάλαιο!

Rudolf Hess Ο Darré, ο Todt και ο ακραίος Seifert αποτελούν την κορυφή μιας ομάδας ανθρώπων, που - παρά τη βιομηχανική έκρηξη της δεκαετίας του ’30 - εξακολουθούν να πραγματώνουν την οικολογική πολιτική της ιδεολογίας του Εθνικοσοσιαλισμού και από το 1934 ήδη εργάζονται δυναμικά για τη διαμόρφωση ενός πολυνομοσχεδίου για την προστασία της φύσης, ενσωματώνοντας αυστηρότατα μέτρα, ώστε να αποτρέψουν την καταστροφή της αναντικατάστατης βάσης για τη ζωή, αποσπώντας μάλιστα και τη συναίνεση όλων των υπουργείων, με μόνη εξαίρεση το υπουργείο Οικονομικών.

Σε όλες τους τις ενέργειες έχουν την αμέριστη υποστήριξη του Rudolf Hess, που παρέχει στην Πράσινη Πτέρυγα το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο στους κόλπους του Κόμματος. Η παντοδυναμία του ανθρώπου αυτού, αν και επιχειρείται συχνά να υποβαθμιστεί και να υποτιμηθεί για αδιευκρίνιστους λόγους, είναι βαρύνουσα στον περίπλοκο μηχανισμό του κόμματος, καθώς είναι μέλος του από το 1920, με αριθμό 20, το πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Χίτλερ και ο στενότερός του σύμβουλος, σύμφωνα με δήλωση του τελευταίου.

Ο Hess δεν είναι μόνο ο ανώτατος αξιωματούχος του κόμματος και δεύτερος στη σειρά διαδοχής, είναι ο μοναδικός υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου με δικαίωμα απόλυτης αρνησικυρίας (veto) στο Reichstag. Είναι δηλαδή ο μόνος άνθρωπος, μετά τον Χίτλερ, που παρακολουθεί και ελέγχει ολόκληρο το γερμανικό κράτος! Ο Hess χαρακτηρίζεται συχνά αθεράπευτος εραστής της φύσης και οπαδός του Rudolf Steiner, επιμένοντας στην αυστηρή βιοδυναμική διατροφή, ενώ παράλληλα αποδέχεται μόνο ομοιοπαθητική θεραπευτική αγωγή, όταν τυχόν παρουσιάσει προβλήματα υγείας. Πρόκειται για τον άνθρωπο που συστήνει στον Χίτλερ τον Darré, εξασφαλίζοντας τη δημιουργία του πρώτου προγεφυρώματος της Πράσινης Πτέρυγας, παραμένοντας παράλληλα απόλυτος στην προώθηση των οργανικών καλλιεργειών, πιέζοντας μάλιστα τον Darré να προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς στην εφαρμογή των καλλιεργειών σύμφωνα με τους νόμους της ζωής.

Νομοθεσία προστασίας φύσης και ζώων Με τη σταθερή και δυναμική υποστήριξη του Hess, η Πράσινη Πτέρυγα έχει να επιδείξει εντυπωσιακές επιτυχίες και, ήδη από τον Μάρτιο του 1933, εγκαινιάζει την προώθηση μιας πλειάδας διαταγμάτων για το περιβάλλον, που εφαρμόζονται σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, ανάλογα με τις κατά περίπτωση προκύπτουσες ιδιαιτερότητες.

Τα νέα μέτρα περιλαμβάνουν προγράμματα αναδασώσεων, προστατευτικές διατάξεις για φυτά και ζώα υπό εξαφάνιση (με πρώτο είδος το λύκο που απειλείται ιδιαίτερα), διατάγματα προστασίας των φυσικών χώρων και τοπίων, που απαγορεύουν την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων σε ευαίσθητες οικολογικά περιοχές, αποτελώντας αναμφίβολα τα προοδευτικότερα και πλέον πρωτοποριακά της εποχής τους. Σχεδιάζονται επίσης ειδικά νομοθετικά μέτρα για την προστασία βιοτόπων άγριας φύσης, στο πλαίσιο του σεβασμού της ιερότητας του γερμανικού δάσους, και ιδρύονται τα πρώτα παγκοσμίως εθνικά πάρκα, οριοθετώντας τις προστατευόμενες περιοχές. Και όλα αυτά στην υπερβιομηχανική Γερμανία του μεσοπολέμου!

Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Hess και της Πράσινης Πτέρυγας είναι το πολυνομοσχέδιο Reichsnaturschutzgesetz (Νόμος Προστασίας της Φύσης), που ψηφίζεται την 1η Ιουλίου του 1935 και παραμένει σε ισχύ ως το 1976, οπότε και αντικαθίσταται από ελαστικότερο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας. Το πρωτοφανές για την εποχή του θεσμικό και νομικό πλαίσιο καθιερώνει τα κριτήρια για την προστασία της χλωρίδας, της πανίδας και των φυσικών μνημείων. Αλλά κυρίως περιορίζει δραστικά την εμπορική αξιοποίηση των τελευταίων περιοχών με άγρια φύση στη χώρα, ενώ απαιτεί από κάθε αξιωματούχο σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να ενημερώνει έγκαιρα τις υπεύθυνες για την εφαρμογή του αρχές, πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια παρέμβασης στο περιβάλλον.

Αν και νεώτεροι ιστορικοί αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα του πολυνομοσχεδίου, κυρίως λόγω του ότι κάποια σημαίνοντα στελέχη του κόμματος είναι συστηματικοί παραβάτες του (όπως οι Bormann και Göring), ο Επίτροπος για την Προστασία της Φύσης, Walter Schönichen, το ανακηρύσσει σε κορωνίδα των προσδοκιών των λαϊκών (völkisch) κινήσεων, ενώ ο διάδοχός του, Hans Klose, το χαρακτηρίζει το αποκορύφωμα για την Προστασία της Φύσης της Γερμανίας και αναμφίβολα ευθυγραμμίζει το κόμμα με την οικολογική διανόηση στη χώρα, ενσωματώνοντας στον Εθνικοσοσιαλισμό την περιβαλλοντική συνείδηση. Μια από τις εντυπωσιακότερες ενέργειες αυτού του δυναμικού οικολογικού ρεύματος εστιάζεται στα αλλεπάλληλα μέτρα για την προστασία των ζώων. Το 1932 ήδη, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος προτείνει στο Reichstag νομοσχέδιο για την απαγόρευση της ζωοτομίας, δηλαδή των τομών σε ζώντα ζώα για τελετουργικούς ή πειραματικούς σκοπούς, ενώ στις 21 Απριλίου του 1933 σχεδόν αμέσως μετά την άνοδο του κόμματος στην εξουσία, ψηφίζεται το πρώτο σχετικό νομοσχέδιο, που αφορά τη λειτουργία των σφαγείων, απαγορεύοντας τη σφαγή ζώων σε αδιευκρίνιστες ή αμφιλεγόμενες συνθήκες που δεν ελέγχονται από τις αρμόδιες αρχές.

Τη σκυτάλη παραλαμβάνει το υπουργείο Εσωτερικών του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας, που τρεις ημέρες αργότερα, στις 24 Απριλίου, ενεργοποιεί διάταγμα απαγόρευσης της σφαγής ποικιλοθέρμων (κυρίως ερπετών), που ακολουθείται από το διάταγμα απαγόρευσης της ζωοτομίας στις 16 Αυγούστου. Σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 28 Αυγούστου, ο πρωθυπουργός της Πρωσίας, Herman Göring, απειλεί όσους θεωρούν τα ζώα άψυχες ιδιοκτησίες και παραβαίνουν τα διατάγματα, με εγκλεισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα διατάγματα προστασίας ζώων στην Πρωσία εκδίδονται με σαρωτικό ρυθμό, περιορίζοντας τη δράση των κυνηγών, απαγορεύοντας την παγίδευση ζώων για εμπορικούς σκοπούς, τον βρασμό ζωντανών οστρακόδερμων (όπως αστακών) ή και οριοθετώντας με συγκεκριμένο τρόπο τη χρήση πετάλων, ώστε να αποφεύγεται ο πόνος και ο τραυματισμός του ζώου! Σε μια εξωφρενική κίνηση παραδειγματισμού, συλλαμβάνεται και καταλήγει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για αναμόρφωση, ο αρχιμάγειρος εστιατορίου πολυτελείας στο Βερολίνο, που καταγγέλλεται ότι αποκόπτει σκέλη από ζωντανούς βατράχους!

Στις 24 Νοεμβρίου του 1933 ψηφίζεται, σε ομοσπονδιακό πλέον επίπεδο, το νομοσχέδιο Reichstierschutzgesetz (Νόμος Προστασίας των Ζώων) που, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την κακομεταχείριση των ζώων, τη χρήση τους σε κινηματογραφικές παραγωγές ή άλλα δημόσια θεάματα που ενδεχομένως προκαλούν πόνο και προβλήματα στην υγεία τους και καταργεί τη διάκριση μεταξύ οικόσιτων και αγρίων ζώων. Οι δύο υπεύθυνοι της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Εσωτερικών, Clemens Giese και Waldemar Kahler, που σχεδιάζουν και καταθέτουν το νομοσχέδιο, εξηγούν το νομικό σκέλος του σκεπτικού τους, τονίζοντας ότι στόχος του νομοσχεδίου είναι να προστατευθεί το ζώο για χάρη του εαυτού του (και όχι για χάρη του ανθρώπινου συμφέροντος απ' αυτό), μετατρεπόμενο σε υποκείμενο προστασίας πέραν όλων των ορίων των υπαρχουσών διατάξεων. Διευκρινίζεται πως νομικά υποκείμενα, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του νομοσχεδίου, είναι όλα τα έμβια όντα με τη γενική έννοια του όρου και όσα βιολογικά χαρακτηρίζονται ζώα, χωρίς διάκριση οικόσιτου, κατοικίδιου ή αγρίου, χωρίς οριοθέτηση ανώτερου και κατώτερου, χρησίμου ή επικινδύνου για τον άνθρωπο.

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1934, το υπουργείο Εμπορίου και Απασχόλησης της Πρωσίας εισάγει με διάταγμα την υποχρεωτική αγωγή των νόμων περί προστασίας στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ακολουθεί, στις 3 Ιουλίου, το διάταγμα περιορισμού της δράσης των κυνηγών, ενώ μετά τη διεθνή διάσκεψη για την προστασία των ζώων στο Βερολίνο το 1934, εισάγονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τα διατάγματα απαγόρευσης σφαγής ποικιλοθέρμων και υποχρεωτικής αγωγής των νόμων για την προστασία των ζώων, με την εισαγωγή και της οριοθέτησης προστατευόμενων περιοχών για την προστασία των υπό εξαφάνιση ειδών. Η εφαρμογή των νόμων όμως δεν είναι απόλυτη, καθώς το υπουργείο Εσωτερικών προμηθεύει με ειδικές άδειες εξαίρεσης τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα και στη συνέχεια το 1936 το Κτηνιατρικό Επιμελητήριο του Darmstadt κατέθεσε αγωγή εναντίον όσων παρέβαιναν τους νόμους για παράνομους πειραματικούς σκοπούς, διάφορους της άδειας που ελάμβαναν.

Το τέλος
Στις 10 Μαΐου του 1941, ο Hess επιχειρεί την αινιγματική και παράτολμη πτήση του στη Σκωτία, καταλήγοντας αιχμάλωτος των βρετανικών αρχών, εκπλήσσοντας όλους τους εμπολέμους με την πράξη του, αν και οι λόγοι που τον εξωθούν σε αυτή την ενέργεια παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστοι και αντικείμενο υποθέσεων (ο σχετικός φάκελος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών αναμένεται να αποχαρακτηρισθεί και δημοσιοποιηθεί το 2017).

13-16 Μαΐου του 1941, ο καθηγητής θρησκειολογίας στο πανεπιστήμιο του Tübingen, Jakob Wilhelm Hauer (1881-1962), καταγγέλει με τρεις επιστολές του στον Himmler τον ήδη συλληφθέντα απ’ τους συμμάχους Rudolf Hess ως "θύμα της Ανθρωποσοφίας του Rudolf Steiner και των σκοτεινών της κύκλων". Ο Hauer είναι από το 1921 ένας από τους χειρότερους εχθρούς του Steiner και, μετά από μακρά παραμονή στην Ινδία, όπου εργάζεται σε ιεραποστολή και μελετά τα σανσκριτικά, επιστρέφει στη Γερμανία κηρύσσοντας τη Γερμανική Πίστη (Deutsche Glaubensbewegung/DGB), ένα κράμα ινδουισμού, μυστικισμού και εθνικισμού, θεωρώντας προφανώς τους ανθρωποσοφιστές ως το μεγαλύτερο εμπόδιο διάδοσης των ιδεών του. Όμως η ίδια η σύζυγος του Hess, Ilse Pröhl, εξηγεί με επιστολή της πως ο σύζυγός της δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την Ανθρωποσοφία και πως στην πραγματικότητα η μόνη τους σχέση είναι πως ακολουθεί τη μέθοδο των βιοδυναμικών καλλιεργειών στον κήπο τους. Στην πραγματικότητα, ο Hess τάσσεται κατά του κινήματος της Ανθρωποσοφίας και μάλιστα, όταν ο Heydrich υπογράφει την 1η Νοεμβρίου 1935 την απαγόρευση λειτουργίας της Ανθρωποσοφικής Εταιρείας στη Γερμανία, χωρίς να ενημερώσει τον Χίμμλερ, ο Hess φροντίζει να τον καλύψει με επιστολή του προς τον τελευταίο στις 19 Νοεμβρίου, στην οποία επισημαίνει μεταξύ άλλων πως «αυτές είναι οι κατάλληλες ημέρες που δικαιώνουν την τελική κίνηση κατά των υπολειμμάτων της Ανθρωποσοφίας».

Κατά πάσα πιθανότητα, η πρώτη σημαντική επαφή του Hess με ανθρωποσοφιστές πραγματοποιείται τον Νοέμβριο του 1933, όταν ο υπουργός Οικονομικών του κρατιδίου της Θουρινγγίας απαγορεύει την διάθεση προϊόντων βιοδυναμικών καλλιεργειών στις τοπικές αγορές, μετά από ταραχές και συγκρούσεις αγροτών που εφαρμόζουν βιοδυναμικές καλλιέργειες με οπαδούς των αντίστοιχων συμβατικών, οι οποίοι είναι έμμισθοι των εταιρειών χημικών προϊόντων και λιπασμάτων. Οι απελπισμένοι βιοκαλλιεργητές απευθύνθηκαν στον Alwin Seifer, που είναι ταυτόχρονα στενός φίλος του Hess και ο σχεδιαστής του κήπου του, και εκείνος φροντίζει για συνάντησή τους μαζί του. Η συνάντηση κατέληξε στην απόφαση να διεξαχθεί μία τετραετής επιστημονική έρευνα για την ανωτερότητα ή μη των προϊόντων βιοδυναμικών καλλιεργειών έναντι των συμβατικών. Με τη λήξη της έρευνας, στα τέλη του 1938, τα αποτελέσματα είναι τόσο εντυπωσιακά, που ο Darré προκρίνει ανεπιφύλακτα την γενικευμένη προώθηση της εναλλακτικής μεθόδου από το 1939, ενώ ο Himmler προχωρεί στην προμήθεια αποκλειστικά βιοδυναμικών προϊόντων για τα στρατόπεδα και τις σχολές των SS.

Η δεύτερη επαφή πραγματοποιείται στο κεντρικό κτίριο του NSDAP στο Μόναχο το 1934, με την Elizabeth Klein, εκπρόσωπο της σχολής Rudolf Steiner της Δρέσδης, μετά την απαγόρευση λειτουργίας των σχολών Waldorf, που ακολουθούν την παιδαγωγική μέθοδο του Steiner. Σε ερώτηση του Hess για τα πλεονεκτήματα της παιδαγωγικής μεθόδου, η Klein απαντά πως προσφέρει στα παιδιά ό,τι προσφέρει αντίστοιχα η βιοδυναμική καλλιέργεια στη γεωργία. Ο Hess θα κινηθεί όπως στην περίπτωση των αγροτών και ο γραμματέας του, Alfred Leitgen, αναλαμβάνει την παρακολούθηση, προς εξαγωγή συμπερασμάτων, τριών σχολών που λειτουργούν με κρατική χρηματοδότηση, παρατείνοντας άτυπα τη λειτουργία και των υπολοίπων ως το 1941. Παράλληλα, δύο μέλη των SS που εργάζονται στο υπουργείο του Göbbels, οι Hugo Koch και Heinrich Gruber, με τη συνδρομή του καθηγητή Πολιτικής Αγωγής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Alfred Baeumler (1887-1968), που συντάσσει για λογαριασμό του Hess το πόρισμα για την αναγκαιότητα των σχολών Waldorf και το ανάλογο για τα έργα του Rudolf Steiner, τον πείθουν να άρει την απαγόρευση κυκλοφορίας των κειμένων του πατέρα της Ανθρωποσοφίας το 1939.

Μετά την πτήση του Hess στη Σκωτία, η Gestapo προχωρεί σε μαζικές συλλήψεις ανθρωποσοφιστών για λόγους εθνικής ασφαλείας, που όμως απελευθερώνονται σχεδόν αμέσως, με παρεμβάσεις του διοικητή των μυστικών υπηρεσιών του στρατού, στρατηγού φον Κανάρι. Τον Φεβρουάριο του 1942, μετά από περιοδεία του στο Ανατολικό Μέτωπο, ο Todt απαιτεί τη λήξη των εχθροπραξιών, αλλά καταλήγει νεκρός σε αεροπορικό δυστύχημα, μετά την επίσκεψή του στο αρχηγείο του Χίτλερ. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Darré απομακρύνεται από όλα του τα αξιώματα, σε κλίμα πανηγυρισμών των αντιπάλων του. Κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου, ο Göbbels απαντά στον Τσώρτσιλ κηρύττοντας τον ολοκληρωτικό πόλεμο.

Η σύλληψη του Hess, o θάνατος του Todt και η απομάκρυνση του Darré, σηματοδοτούν τη λήξη της Πράσινης Τριανδρίας, χωρίς ωστόσο ν’ αλλάξει η οικολογική πολιτική του Ράιχ μέχρι την ήττα της Γερμανίας τρία χρόνια αργότερα, τον Μάιο 1945.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου