Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Χανιά, ο πολιτισμός του λαδιού : Η παράδοση έχει την δικιά της ιστορία.



     
Η ανάγκη για σιγουριά στην επιβίωση, κάνει την παράδοση συνήθως αρκετά ελκυστική. Παράδοση που δεν είναι τίποτα άλλο , από την ψευδαίσθηση ότι η ζωή μας θα κυλίσει χωρίς αλλαγές , χωρίς σκαμπανεβάσματα και χωρίς ανασφάλεια. Η παράδοση είναι ένα αρκετά μεταβαλλόμενο πράγμα και μπορεί να αλλάξει πολλές  φορές  ακόμα και στο σύντομο χρόνο της ζωής ενός ανθρώπου.Αν με ένα προϊόν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τον γαστρονομικό μας πολιτισμό αυτό σίγουρα είναι το λάδι. .

Η οικογένεια μου είχε καταβολές από όλες τις επαρχίες του νομού ,ενώ από την άλλη μεριά μερικοί συγγενείς μου ως μορφωμένοι μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα στενά όρια του νησιού και να συνδεθούν με δεσμά γάμου, με   ανταγωνιστικούς  προς το νησί μας τόπους, όσο αφορά την ελαιοπαραγωγή. Επίσης την εποχή εκείνη η ελαιοσυγκομιδή,  ήταν οικογενειακή υπόθεση και στους ελαιώνες  μαζευόταν όλες οι γενεές μιας  οικογενείας.  Οι καταγόμενοι από πλούσιες επαρχίες είχαν χοντροελίες, παρήγαγαν λάδι συνήθως πολλών βαθμών που σήμερα δεν θα έφτανε στο εμπόριο , λόγω του τρόπου συγκομιδής και την κακή ποιότητα επεξεργασίας. . Διέθεταν πολύ μεγαλύτερο κλήρο, τόσο μεγάλο που μπορούσαν να ζήσουν από αυτόν  και συνήθως θεωρούσαν τους έχοντες μικρότερο κλήρο ως υποδεέστερους.  Σε εκείνες τις περιοχές, όπως αργότερα έμαθα ερευνώντας, η συλλογή  της ελιάς γινόταν με τέτοιο τρόπο  που φαινόταν η πιο πατριαρχική δομή των εν λόγω κοινωνιών. Η συλλογή γινόταν χωρίς κλάδεμα και ράβδισμα και ήταν αποκλειστικά γυναικεία  δουλειά.  Στα τέλη  Οκτωβρίου ή στις αρχές του Νοέμβρη ανάλογα με τα τερτίπια  του καιρού οι ελαιώνες γέμιζαν με γυναίκες  ντυμένες με τα ίδια ρούχα, που φορούσαν και στις αρχές τις δεκαετίας του 1970. Σκουρόχρωμα με την απαραίτητη συνοδεία της μαντίλας. Κάθε μέρα, ανεξαρτήτως καιρού τις έβλεπες , γονατιστές με τα καλάθια τους,  ως τις αρχές της άνοιξης, να μαζεύουν από την γη, ψάχνοντας την οργιώδη  βλάστηση , τον καρπό της ελιάς . Η συλλογή της ελιάς ήταν ηθελημένη μορφή σκλαβιάς που επιβεβαίωνε τις κοινωνικές σχέσεις στην ύπαιθρο. Σε αντίθεση με αυτές τις επαρχίες, στην Κυδωνία και ειδικά σον κάμπο των Χανίων καλλιεργούσαν, όπως και οι γονείς μου τις λιανοελιές, που η συγκομιδή  τους  γινόταν διαφορετικά με αποτέλεσμα την  καλλίτερη ποιότητα λαδιού, με γεύση άγουρη.  Η συγκομιδή  εδώ ήταν δημοκρατικότερη, συμμετείχαν και οι  άνδρες ραβδίζοντας τον καρπό και κόβοντας τα πιο ψηλά κλαδιά, την συλλογή από το έδαφος ή τις παλαίτσες την αναλάμβαναν οι γυναίκες. Το κοινό όσο αφορά τις συνήθεις και τις αντιλήψεις, ήταν η μεγάλη προσήλωση στην γη  και η απέχθεια σε κάθε εκσυγχρονισμό, με αποτέλεσμα να μην κλαδεύουν,  έτσι για πολλά χρόνια δεν είχαμε βελτίωση στην παραγωγή. Μιλάμε  φυσικά για μια εποχή  με  ύπαιθρο ελάχιστα αστικοποιημένη  και ανθρώπους παντελώς αδιάφορους στον ευδαιμονισμό και την απόλαυση και τους ήταν αρκετή αυτή η ελάχιστη παραγωγικότητα  . Συνήθεις αντιπαραθέσεις,  στην οικογενειακή διαδικασία της συλλογής, λόγω εντοπιότητας, ήταν , ότι το αγουρόλαδο είναι ναι μεν υγιεινό αλλά ακατάλληλο για τους ευγενικούς ουρανίσκους των εχόντων μεγάλη περιουσία με χοντροελίες.  Το ίδιο έλεγαν και για το λιγότερο άγουρο, αλλά εξίσου υγιεινό, από άλλες περιοχές,  λάδι, όπως το Καλαματιανό , σε  περιοχές που γρηγορότερα από εμάς ,είχαν βελτιώσει, την καλλιέργεια , την συγκομιδή της ελιάς και την παραγωγή του λαδιού. Αλλά πηγή διενέξεων, μεταξύ των γενεών αυτή την φορά, που δυσκόλευαν την ζωή εμάς των νεότερων κάνοντας ασαφή τα καθήκοντα μας, ήταν το πιο κλαδί πρέπει να κοπεί από κάθε ελιά.  Εμείς προτιμούσαμε οι ελιές να κόβονται όσο το δυνατόν βαθύτερα, μια και η κοπή ήταν ευκολότερη του ραβδίσματος, το ίδιο προτιμούσαν συνήθως  και οι γονείς μας. Το αντίπαλο στρατόπεδο αποτελούσαν οι παλαιότερες γενεές, που έλεγαν, κάθε χρόνο, παρ’ ότι η εμπειρία και οι γεωπόνοι έδειχναν το αντίθετο, πως θα καταστρέφαμε την ελιά, το πόσο λίγο σεβόμαστε  την γη και το δέντρο, πόσα λίγα ξέραμε. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπου και οι μεγαλύτεροι είχαν τσαγανό, κατηγορούσαν τον εαυτό τους που έδωσε νωρίς στους κληρονόμους την κυριότητα της περιουσίας.
Την πρώτη μου επαφή, με τον πολιτισμό του λαδιού, την είχα με τα τρίκυκλα από τις σαπωνοποιίες της πόλης που μάζευαν τηγανόλαδα  από τις νοικοκυρές. Η φράση τους μέσα από τα μεγάφωνα «δέχομαι  και κατσιγάρους» είναι ακόμα χαραγμένη στην μνήμη μου. Κατσιγάροι, ήταν μια μαγική λέξη, εκείνη την εποχή ,για αυτό ίσως μετά από αρκετά χρόνια έμαθα ότι σημαίνει τα κατακάθια του λαδιού. Η χαρακτηριστική φωνή των οδηγών από τα τρίκυκλα των σαπωνοποιείων της πόλης, έκρυβε  μέσα της την πιο παλιά ιστορία, από τον πολιτισμό του λαδιού.  Η σαπωνοποιεία, που ξέφευγε από το πρωτόγονο άσπρο σαπούνι της οικιακής παρασκευής, ξεκινά στην Κρήτη και συγκριμένα στο Ηράκλειο, στα 1750. Στην πόλη μας προϊόν των αναρίθμητων σαπωνοποιείων  της πόλης, ήταν  η δημιουργία της Α.Β.Ε.Α. που είναι  ένα σημαντικό κομμάτι της αστικής ιστορίας της πόλης. Την Α.Β.Ε.Α ίδρυσε, δίπλα στο εβραϊκό κοιμητήριο, στα 1889, ο Γάλλος χημικός, Ιούλιος Δείς, ως τμήμα μια σειράς εργοστασίων που παρήγαγαν  πυρηνέλαιο  για τα εργοστάσια παραγωγής σαπουνιού Μασσαλίας  .  Στην αρχική του φάση, το εργοστάσιο περιελάμβανε το ελαιουργείο, το εκχυλιστήριο, τις δεξαμενές, το ξηραντήριο, το θερμαστήριο και το σιδηρουργείο. Από το 1918, άρχισαν να κατασκευάζονται το σαπωνοποιείο, το συσκευαστήριο και το κτήριο των γραφείων, η “οικία”. Το 1935 γίνονται εκτεταμένες εργασίες ανακατασκευών και το εργοστάσιο λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία μέχρι τον πόλεμο, οπότε υφίσταται σημαντικές καταστροφές από τους βομβαρδισμούς .Μεταπολεμικά οι ζημιές αποκαταστάθηκαν και το 1951. Τώρα η παλιά  Α.Β.Ε..Α, έχει εγκαταλειφτεί  και το εργοστάσιο  λειτουργεί στα Κεραμία, με την μορφή ανώνυμης εταιρίας


Το μόνο που μένει σταθερό και αμετάβλητο στην αιωνιότητα είναι , ο αγώνας του ανθρώπου να  επιβιώσει , αξιοποιώντας όσα μπορεί να πάρει  από την φύση. Αν σταματήσουμε αυτόν τον αγώνα έστω  μια στιγμή, η φύση θα μας εξαφανίσει, όπως τόσα και τόσα είδη στον άπειρο χρόνο της ιστορίας της. Ευτυχώς που έχουμε το θάρρος να αλλάζουμε τις παραδόσεις

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

ΣΥΡΙΖΑ: Η κυβέρνηση που απεργεί ενάντια στον εαυτό της.



                      
         
Το συγκριμένο τεύχος του περιοδικού μας σκοπεύει να είναι μια σπονδυλωτή παράσταση με φόντο τον ατομοκενρικό τρόπο επιβίωσης. Την προσπάθεια δηλαδή του ατόμου να ζήσει ο ίδιος και η ομάδα του,  ανεξάρτητα από το κόστος για την ζωή των υπόλοιπων, που δεν ψάχνει συμμάχους , γιατί  απαιτούν και αυτοί μερίδιο στην ζωή, που ο αντικειμενικός κόσμος περιορίζετε στο υπερμεγενθυμένο εγώ του και αλήθεια είναι  οι εμπειρίες του.  Ένας τρόπος ζωής που εξαντλείται στο καμουφλάρισμα των επιδιώξεων μέσω της ψευδούς συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι , όταν ανήκεις σε  κόμμα, κίνημα ή πολιτική ομάδα. Είχαμε επιλέξει σαν πρότυπο την πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, ευτυχώς με την διαδήλωση-απεργία, που κάλεσε η κυβέρνηση ενάντια στην πολιτικής της, στις 4ης Φλεβάρη, η πραγματικότητα  ξεπέρασε την φαντασία μας και μας έδωσε ένα πιο καθαρό και μαζικό πρότυπο για την μελέτη μας.

 Οι απεργιακές  συγκεντρώσεις είχαν κάτι από το άρωμα του πάλε ποτέ υπαρχτού σοσιαλισμού. Στις τότε διαδηλώσεις η παρουσία των εργαζόμενων ήταν υποχρεωτική, κάθε εργαζόμενος, στεκόταν στην προκαθορισμένη για τον εργασιακό  του χώρο ,θέση στην πλατεία και ο επιστάτης  έπαιρνε απουσίες. Στις συγκεντρώσεις στις 4ης Φλεβάρη, δεν δημιουργήσαμε ούτε  καν την ανασφάλεια στην κυβέρνηση για μη συμμετοχή, όπως δημιουργούσαν οι  πολίτες αυτών των ολοκληρωτικών καθεστώτων.  Γιατί ανταποκριθήκαμε μαζικά και αυθόρμητα στο κέλευσμα της κυβέρνηση για απεργία και μαζικές διαδηλώσεις, μιας κυβέρνησης που καθημερινά υβρίζουμε, που προπηλακίζουμε τους βουλευτές της , που περνάμε ώρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης  χλευάζοντας την και με αιτήματα που είναι αδύνατο να ευοδωθούν;;  

Αν υπήρχε έστω και μια πιθανότητα να νικήσει η απεργία δεν θα καλούσε σε αυτήν η ίδια η κυβέρνηση. Γνωρίζει πολύ καλά ότι αν δεν ψηφιστεί το ασφαλιστικό άμεσα θα εξαναγκαστεί από τους δανειστές σε νέα πιο επώδυνα μέτρα. Από την άλλη αν ψηφιστεί  το ασφαλιστικό, κανείς δεν της εγγυάται ότι θα τελεσφορήσει   η εναγώνια προσπάθεια να αποχωρήσει  από την εξουσία, διατηρώντας μια τέτοια πολιτική επιρροή, ώστε να εξασφαλίσει  για πολλά χρόνια την θέση της αξιωματικής  αντιπολίτευσης και κατά συνέπεια την εύκολη συμμετοχή στην διανομή της εξουσίας. Αυτή είναι και η αιτία, που βιάζεται να ψηφήσει το νόμο για τα Μ.Μ.Ε, ώστε να αποκτήσει τις κατάλληλες  σχέσεις διαπλοκής με αυτά, όσο είναι στην εξουσία. Η κυβέρνηση αριστεράς-ακροδεξιάς, ψάχνει με αγωνία για άλλοθι , στην πολιτική που εφαρμόζει και η απεργία ήταν ένα καλό συγκυριακό μέσο. Ένα άλλοθι που της το δώσαμε απλόχερα, ένα άλλοθι που κάλλιστα μπορούμε να αξιοποιήσουμε και εμείς, για να καλύψουμε την ατομοκεντρική επιλογή που έχουμε για την επιβίωση μας. Ενώ από την άλλη, δείξαμε στο κράτος πόσο πιστότεροι υπήκοοι (=υπάκουοι) από τους ανθρώπους  του καναπέ είμαστε.  Η απεργία ήταν αδύνατο να κερδίσει τα αιτήματα της , γιατί απλούστατα ούτε εμείς το θέλαμε. Δεν το θέλαμε γιατί επιδιώκαμε να πραγματοποιηθεί το μοναδικό πράγμα που είναι αδύνατο να συμβεί, να διατηρηθούν  τα πράγματα όπως έχουν.

Οι αστικές επαναστάσεις και ο καπιταλισμός, έκαναν ηθική, πολιτική, νομική  αξία, το καθήκον του κράτους να εξασφαλίζει την κοινωνική πρόνοια για παιδιά, άρρωστους  και ηλικιωμένους, μια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σύνταξη για τους απόμαχους της δουλειάς. Όλα αυτά δεν  εξασφαλίζονται , λόγω καλοσύνης, αλλά για να λειτουργεί το σύστημα παραγωγής και να διατηρήσει για όλο τον πληθυσμό ένα βαθμό ζήτησης. Το κοινωνικό κράτος όπως ξέρουμε εξασφαλίστηκε, όχι μόνο από την πολιτική του αστικού φιλελευθερισμού , αλλά κυρίως από το εργατικό κίνημα, γιατί ο εργάτης είχε την άμεση ωφέλεια από αυτό. Το κράτος πρόνοιας  έφτασε στην ακμή του το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα και τώρα μπαίνει ξανά σε αμφισβήτηση εξαιτίας της αποδόμησης στην Ευρώπη της μισθωτής εργασίας ως σχέση, λόγω του δίπτυχου αποβιομηχάνιση- χρηματιστηριακή επέκταση. Μια εργασία που πρέπει να γίνει πιο παραγωγική, πιο δημιουργική, πιο δημοκρατική και πιο αποκεντρωμένη, για να μπορέσει να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, ώστε η ζωή μας να βελτιωθεί αποφασιστικά και να ξεπεράσουμε την κρίση. Να πούμε εδώ ότι τα κλασσικά όπλα, πόλεμος-τοπικές συγκρούσεις- καταστροφή-ανοικοδόμηση, φαίνεται  να  έχουν χάσει την αποτελεσματικότητα τους. Φυσικά, ακόμα και να μην έχουν χάσει την αποτελεσματικότητα τους, κάνεις δεν μπορεί να διασφαλιστεί με τόσο επικίνδυνα μέσα. Το κράτος πρόνοιας δεν οικοδομήθηκε, με την επίκληση της ηθικής ή κάποιων «αναπαλλοτρίωτων»  δικαιωμάτων, αλλά γιατί το κράτος υποχρεώνει τους εργοδότες  να το στηρίξουν από τα κέρδη τους, ενώ από την άλλη μεριά ο εργαζόμενος έχει αποφασίσει να εκχωρεί μέρος του εισοδήματος  του για να έχει ο ίδιος περίθαλψη και σύνταξη και κατ’ επέκταση να στηρίξει την κοινωνική πρόνοια και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των υπολοίπων. Τα ασφαλιστικά δικαιώματα όπως είναι φανερό εξαρτώνται από την ίδια την εργασία. Αποδόμηση της εργασίας, σημαίνει και οπισθοχώρηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων . Άρα υπεράσπιση του ασφαλιστικού πρακτικά σημαίνει υπεράσπιση της εργασίας . Στην χώρα μας όχι μόνο έχει αποδομηθεί  η εργασία, αλλά ο πληθυσμός των ανέργων και των συνταξιούχων  είναι μεγαλύτερος  από αυτόν των οικονομικά ενεργών πολιτών. Ενώ από την άλλη, ένας τεράστιος αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή έχει κλίσει  ή  πνέει τα λοίσθια, επιχειρήσεις που εξασφάλιζαν κατά μεγάλο βαθμό την εργασία. Το ασφαλιστικό σύστημα, λοιπόν, έχει χάσει τις βασικές πηγές στήριξης , γι αυτό με αγωνία ψάχνουμε έξωθεν βοήθεια, που οι όροι της είναι  δύσκολοι και πρέπει να απαιτούμε να μην είναι ιδιαίτερα σκληροί, για να μπορέσουμε να ξαναστήσουμε την κοινωνία μας, χωρίς την ανάγκη δανεικών.  Τι πρόκειται να συμβεί ή το τυχαίο, ή το μοιραίο ή αυτό που κάποιοι θα επιδιώξουν. Εμείς, από την στιγμή που δεν κατανοούμε το βασικό πρόβλημα που κάνει το ασφαλιστικό  κλινικά νεκρό, στην πράξη δεν επιδιώκουμε την λύση. Κατά συνέπεια θα γίνει αυτό που επιδιώκουν  αυτοί που έχουν κάποιο στόχο, οι καπιταλιστές δηλαδή   οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες. Γιατί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς εργασία ούτε οι ίδιοι ούτε οι κοινωνίες που καθοδηγούν. Το ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική δύναμη που επιδιώκει να επαναστατικοποιήση την εργασία  και ότι η κοινωνία μας μπορεί να βελτιώσει άμεσα μόνο τον τουρισμό, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι  η περίοδος που απαιτείται  για να ανασυγκροτηθεί η κοινωνία μας και μακρά θα είναι και πολύ επώδυνη. Σαν άμεση διέξοδο για την επιβίωση μας είναι είτε να αποδεχτούμε  το πραγματικό και να προετοιμάσουμε τις δυνάμεις μας ,τις αντοχές μας, το μυαλό και την δημιουργικότητα  μας για να επιβιώσουμε είτε ο τρόπος που στην συνέχεια θα περιγράψουμε. 


Ανεξάρτητα από την ατομική επιλογή επιβίωσης, όλοι γνωρίζουμε ότι η ύπαρξη κράτους , είναι  απαραίτητος όρος για την ζωή του σήμερα. Την απεργία την στήριζε η κυβέρνηση, που ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας   επιλογές , είναι ο θεματοφύλακας του κράτους. Στηρίξαμε την απεργία και τις συγκεντρώσεις για να δείξουμε την στήριξη  μας στο κράτος , σαν θεματοφύλακα των συμφερόντων της κοινωνίας μας, προσδοκώντας την βοήθεια του, εξάλλου σε αυτό απευθύναμε τα αιτήματα μας. Φυσικά σε μια κοινωνία δεν επιβιώνουν μόνο οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι παρατρεχάμενοι τους και οι έχοντες πρόσβαση στο κρατικό οξυγόνο, αλλά και άλλοι που δεν είναι μόνο εκείνοι που εξασφαλίζουν τον ευδαιμονισμό των προηγούμενων. Εδώ μας ενδιαφέρει, η περίπτωση εκείνων που κρύβουν την μοναδική τους προσήλωση στην αποκλειστική τους επιβίωση,  μέσα από την συμμετοχή τους , σε συλλογικότητες , κόμματα και κινήματα της λεγόμενης αριστεράς , που είχαν  το ιδεολογικό πρόσταγμα στην απεργία. Η Ελληνική αριστερά, ως τμήμα της  Ευρωπαϊκής αριστεράς , διέψευσε τις επαναστατικές προσδοκίες που  η ίδια δημιούργησε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 και απώλεσε τον μεταρρυθμιστικό της ρόλο από το κράτος πρόνοιας και τους καπιταλιστές. Έτσι , η πολιτική της, έχασε την κοινωνική της επιρροή και βρήκε διέξοδο στον λαϊκισμό , τον εθνικισμό και στον κινηματισμό στο Μάη του ’68. Μια πολιτική επιλογή που φάνηκε χρήσιμη στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση πολλά χρόνια αργότερα. Από την άλλη  μεριά, η Ελληνική αριστερά, έχει την ιδιαιτερότητα, ότι  την μεγαλύτερη επιρροή την απέκτησε στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και στον εμφύλιο και εξέφρασε τα μεσαία στρώματα του χωριού, γεγονός στο οποίο οφείλονται αρκετές από  τις παραφύση  αντιλήψεις της. Η αριστερά έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, άκρως αναγκαία για τον ατομοκεντρικό τρόπο επιβίωσης. Έχει ιδεολογία και πολιτικές θέσεις που ούτε πρέπει να αποδειχτούν και πολύ περισσότερο να εφαρμοστούν στην πράξη. Το άτομο με αυτόν τον τρόπο δεν χρειάζεται να ρισκάρει να αγωνιστεί για να αλλάξει  οτιδήποτε, άρα δεν μπορεί να δημιουργήσει με τους συντρόφους σχέσεις που θα το αποσπάσουν από τον στόχο της ατομικής επιβίωσης. Με του που εντάσσεται κάποιος στην αριστερά, λόγω της φτώχειας της Ελληνικής κοινωνίας στο επίπεδο της σκέψης, αποκτάς το στάτους της πολιτικής προοδευτικότητας  και της ηθικής ανωτερότητας των ανθρώπων που αγωνίζονται  για το καλό όλων των άλλων πλην το δικό τους.  Από την άλλη μεριά, σου δίνει, με την δομή που απόκτησε από το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, την δυνατότητα για μια απίστευτη γκάμα δραστηριοτήτων, που προσφέρεται από το γεγονός  ότι τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου είναι αναρίθμητα.  Προβλήματα   που όχι μόνο χρειάζεται να λύσουν , αλλά αντίθετα η όξυνση των προβλημάτων, βοηθά  αυτούς τους χώρους να αποκτήσουν πιο μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων, άρα μεγαλύτερη επιρροή. Επίσης δεν υπάρχει καμία ανάγκη, άρα απώλεια συμφέροντος, για πολιτική ενότητα, αρκεί η αλληλοβοήθεια στην δράση. Οι πολιτικές διαφωνίες που αρκετές φορές είναι οξυμένες δεν έχουν τον ρόλο πραγματικών πολιτικών διαφορών, αλλά παίζουν τον ρόλο να προσδώσει  το κάθε κόμμα και χώρος  διαφορετικά  χαρακτηριστικά στο ίδιο και να δικαιολογήσει την ξεχωριστή ύπαρξη του.  Έτσι, το Κ.Κ.Ε και ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλουν μέσα από  τον Αντιαμερικανισμό , τον Αντιευρωπαϊσμό  και την λατρεία στην καταγωγή και στην ύπαιθρο,  να επηρεάσουν το θυμικό, ψηφοφόρων και μελών ότι αποτελούν συνέχεια της Εαμικής  Αντίστασης. Την εποχή δηλαδή που η αριστερά  είχε τον πιο κυρίαρχο ρόλο και η χώρα ήταν σε κατοχή.  Συνάμα προσπαθούν να αποδείξουν ότι το πρόβλημα του σήμερα, είναι  η ξένη κατοχή, αδιαφορώντας, εξαιτίας του πολιτικού τους συμφέροντος , ότι αυτό βοηθά στην άνοδο της επιρροής   του Εθνικοσοσιαλισμού, με τον ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα να υιοθετεί και αρχές του. Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά , θέλοντας να εισάγει στην πολιτικής της  και μια εσάνς   επαναστατικότητας , εντάσσει στο σημερινό της πρόγραμμα μέτρα «άμεσα» που θα έπρεπε να πάρει μια επαναστατική κυβέρνηση σε συνθήκες σοσιαλισμού.

Η αριστερά και τα κινήματα  αποτελούν μοναδικό καταφύγιο για όποιον  επιλέξει ατομοκεντρικό τρόπο επιβίωσης. Πρώτα από όλα γιατί η φιλοσοφία της, ο εμπειρισμός, είναι κομμένη και ραμμένη  στα μέτρα της ηθικής δικαίωσης του ατομισμού. Την συμμετοχή σε μια ομάδα συμφερόντων που δύσκολα μπορεί να διαλυθεί, γιατί τα προβλήματα  φαντάζουν  άλυτα , δεν επιδιώκουν να εφαρμόσουν το πρόγραμμα τους αρά  είναι εξ υποθέσεως δικαιωμένοι , δεν θα πάψει η εξουσία να έχει την ανάγκη τους, για να μην πάρουν οι αντιδράσεις επικίνδυνη για την εξουσία μορφή . Αποδομεί την κριτική σκέψη του ανθρώπου , την ικανότητα να γενικεύει και την ικανότητα να επιλέγει μέσω από ένα κυκεώνα πληροφοριών και στόχων  το ουσιαστικό και το χρήσιμο, αρά ποτέ δεν θα θέσει σε αμφισβήτηση τον στόχο της ατομικής επιβίωσης. Ενώ η ανυπαρξία στόχων δημιουργεί την δυνατότητα να μην έρχεται ποτέ σε σύγκρουση το συλλογικό με το ατομικό. Επίσης η μη μαζικότητα, δεν αποτελεί πρόβλημα αντίθετα κάνει την επιβίωση ευκολότερη. Η αριστερά και τα κινήματα δίνουν μια σιγουριά στην ατομική επιβίωση , όπως η αγέλη στα ζώα και είναι σημαντικό εφόδιο συγκριτικά με την απομόνωση. Δεν απεργήσαμε, στις 4ης Φλεβάρη και δεν διαδηλώσαμε μόνο για να δείξουμε την πίστη μας στο κράτος, αλλά και να αναβαπτίσουμε  με την  επίφαση της  μαζικότητας, τα κόμματα, τα συνδικάτα, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις , τα κινήματα και τις συλλογικότητες μας, που απ’ ότι φαίνεται  εξασφαλίζουν για την ώρα την ατομική μας επιβίωση.