Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Ένας θίασος στο νησί των λεπρών



Ένας θίασος στο νησί των λεπρών 

Κείμενο - φωτογραφίες: ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΥΠΕΡ Χ, τεύχος 70, Καλοκαίρι 2014).


Ήταν ο άνθρωπος των μπουλουκιών. Γύριζε την Κρήτη χωριό με χωριό κι έδινε παραστάσεις. Τον λέγανε Μανώλη Γεωργιτσάκη, αλλά όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι Μονάντερος
Σε μια από τις συζητήσεις με τον Μανώλη Γεωργιτσάκη τον άκουσα να μιλά για κάποιες παραστάσεις που είχε δώσει στη Σπιναλόγκα. Ξαφνιάστηκα. Ήξερα πως η Σπιναλόγκα διέθετε κινηματογράφο. Δεν μπορούσα να φανταστώ, όμως, πως υπήρχε και θίασος που είχε τολμήσει να στήσει θεατρική σκηνή στο νησί. Του ζήτησα να μου πει περισσότερα:
- Είχα ανεβάσει ένα καινούργιο έργο, τη Λύσσα κι έκανα περιοδεία στον Άγιο Νικόλαο, πήγα στην Κριτσά, στην Ελούντα, σε όλα τα μεγάλα χωριά. Όταν ήμουν στην Ελούντα ήρθε κάποιος και με βρήκε· «θες να πας και απέναντι, στο νησί; Οι άνθρωποι εκεί είναι ξεκομμένοι από τον κόσμο, θα χαρούν πολύ αν πας να δώσεις εκεί μια παράσταση».
Πήρε παράμερα κάποιον γέροντα Ελουδιανό, ζήτησε να του πει λεπτομέρειες για τους αρρώστους. «Μαύρο χάλι» του απάντησε, «καλύτερα να μην τολμήσεις να πας. Αυτό που θα δεις δεν θα σε αφήσει να κοιμηθείς για πολύ καιρό. Παραμορφωμένοι, τυφλοί, κουτσούρια τους έχει κάμει η αρρώστια».
Δεν ήταν εύκολο να μεταβεί κανείς στο λεπρονήσι. Οι κανονισμοί δεν επέτρεπαν τις επισκέψεις των ξένων. Μόνο συγγενείς μπορούσαν να περάσουν την ενετική πόρτα που οδηγούσε από τον έξω κόσμο στο κολαστήρι της απομόνωσης και της σιωπής. Για να πάει ο θίασος χρειάζονταν διατυπώσεις. Έπρεπε να ενημερωθεί ο Νομίατρος. Εκείνος θα έκρινε αν έπρεπε να δώσει την άδεια.
-Έχεις ψυχή;
Λίγη ώρα μετά ο Μανωλάκης βρισκόταν δίπλα στον γιατρό Γραμματικάκη.
- Έχεις ψυχή να πας εκεί;
- Έχω! Ό,τι και να δω θα το αντέξω. Θα πάω.
Κάπως έτσι άρχισαν όλα. Ήρθε ο βαρκάρης (ο Νικολής ο Σφυράκης, ο άνθρωπος που μετέφερε τους καινούργιους λεπρούς στον τόπο της αμετάκλητης καταδίκης τους), έβαλε μπροστά τη βάρκα, φόρτωσαν τις βαλίτσες με τα σκηνικά και τα κοστούμια, ξεκίνησαν. Στο δρόμο ο Μανωλάκης προσπαθούσε να δώσει κουράγιο στο θίασο· «ό,τι και να δείτε, θα το αντέξετε. Θα κάνετε πως δεν βλέπετε. Κι όποιος θέλει να κλάψει, ας κλάψει μετά...».
Πλησίασε η βάρκα, κατέβηκαν οι λεπροί στην προκυμαία, εκεί που έδεναν τα πλεούμενα. Κάθε που έφτανε βάρκα στο νησί, έκαναν το ίδιο. Μαζεύονταν και κοίταζαν αν είχε καταφτάσει κάποιος καινούργιος κατάδικος, αν είχαν φέρει φρούτα και άλλα τρόφιμα οι κάτοικοι των κοντινών χωριών.
- Έκαμα ένα βήμα μπροστά και δυο πίσω. Δεν τολμούσα να βγω από τη βάρκα. Τι να δω; Μύτες κομμένες, μούρες χαρακωμένες. Έκαμα κουράγιο, έδωσα πήδο και βγήκα. Δίπλα στην πόρτα στεκόταν ένα γεροντάκι. Χαμογέλασα και τον πλησίασα· «ώρα καλή, είντα κάνετε;». Του έδωσα το χέρι για χαιρετισμό, αλλά αυτός δεν μου έδωσε το δικό του. Ο γιατρός τους απαγόρευε να χαιρετούν για να μην κολλήσουν στους άλλους την ασθένεια.
Κανένας δεν τον χαιρέτησε με χειραψία εκείνη τη μέρα. Αλλά κι ο ίδιος παραδεχόταν πως δεν ήξερε. Τίποτα δεν ήξερε για τη λέπρα. Κι όταν δεν ξέρεις κάτι, δεν το φοβάσαι.
Τον καλοδέχτηκαν. Οι περισσότεροι δεν είχαν ξαναδεί θέατρο, δεν ήξεραν καν τι ήταν. Το μπουλούκι του Μονάντερου έκαμε βόλτα στο νησί, πέρασαν τη μεγάλη στοά, μπήκαν στα καφενεία, αλλά δεν τους άφησε ο καφετζής να πιουν ούτε καφέ. Απαγορευόταν. Τα καφενεία ήταν μόνο για λεπρούς. Στο ένα καθόταν ένα γεράκος Κρητικός με βράκες. Μόλις είδε τον θίασο πήρε το λυράκι του, κάθισε σε μιαν άκρη κι άρχισε να παίζει. Κι έλεγε ο Μανώλης πως ο λεπρός καφετζής ήταν πολύ καλός μερακλής. Καλός λυράρης· «κρίμα που δεν μπορούσε να βγει στον έξω κόσμο γιατί θα έβανε γυαλιά σε πολλούς απ' αυτούς που γραντζουνούσαν τη λύρα αλλά δεν ήξεραν να παίζουν».
Στήθηκε η σκηνή, μαζεύτηκαν οι θεατές, ήταν έτοιμη ν' αρχίσει η παράσταση. Όλο το νησί ήταν εκεί. Μόνο εκείνοι που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν δεν είχαν πάει, οι βαριάρωστοι.

Κωμωδία ή δράμα;
Κάθε φορά που αφηγούνταν ο Μανωλάκης την ιστορία, έβγαζε το μαντήλι και σκούπιζε τα δάκρυα.
- Μόλις άνοιξε η αυλαία, μ' έπιασε ρίγος. Αυτά που είχα δει προηγουμένως δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτά που έβλεπα εκείνη την ώρα. Ήταν τρομερό, δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι, αλλά βρήκα και πάλι κουράγιο. Λέω: «καλησπέρα» κι απαντούν όλοι μαζί. «Τι θέλετε να σας παίξω παιδιά; Κωμωδία ή δράμα;» Σηκώθηκαν και πάλι όλοι μαζί. «Όχι δράμα, όχι, μας φτάνει το δικό μας, να μας παίξεις κωμωδία». Έβαλα το δυνατά μου, ήταν ωραία η παράσταση, πατούσα στη σκηνή. Δεν σταμάτησαν να χειροκροτούν. Ήθελαν κι άλλο. Κι άλλο. Θυμήθηκα μερικά ανέκδοτα, τα είπα, τραγούδησα και χόρεψα πάνω στη σκηνή. Έγινε ξεφάντωμα στο νησί. Οι λεπροί δεν σταμάτησαν να μου στέλνουν φιλιά. «Πατέρα!» φώναζαν. Χειροκροτούσαν δυνατά, έλεγα πως θ' ακούγονταν από την Ελούντα τα κρουταλάκια τους.
Οι θεατρίνοι μάζεψαν τη σκηνή, φύλαξαν τα σκηνικά και τα κοστούμια, ετοιμάστηκαν να φύγουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου