Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΚΥΝΗΓΙΟΥ



  
                                       
Η ιστορία μας αρχίζει, δυο χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη της νότιας Κρήτης. Ο κόσμος  των κατοίκων, ήταν όπως και στις περισσότερες  κωμοπόλεις της πατρίδας μας , ένας κόσμος κλεισμένος  στα στενά όρια της φαμίλιας, των  χωραφιών και της  βόλτας  στην  άκρη του χωριού. 

 Αυτή ακριβώς την εποχή, ο παραγιός της οικογένειας της μάνας των ηρώων μας, εγκατέλειψε την θάλασσα και αποφάσισε  να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην μικρή μας πολιτειούλα. Τα εφόδια του, για την ένταξη στην τοπική κοινωνία, δεν ήταν τα κατάλληλα, ήταν γραμματιζούμενος, αλλά κυρίως διέθετε βιβλιοθήκη. Από την κοινωνική απομόνωση φρόντισαν να τον βγάλουν τα ανίψια του. Όταν άρχισαν να διηγούνται στους φίλους τους, ιστορίες  για  εξωτικούς  τόπους , φουρτουνιασμένες θάλασσες, ναυάγια , παγωμένα λιμάνια σε απομακρυσμένους  προορισμούς. Πιο  μεγάλη  εντύπωση, όμως έκαναν  τα βιβλία  με τους περίεργους τίτλους  τις  δεκάδες ιστορίες που έκρυβαν, αλλά και την γνώση  και άλλα την περιπέτεια. Έτσι το μικρό  σπιτάκι, στην άκρη της κωμόπολης, έγινε το  στέκι της νεολαίας. Ο Γιάννης, βρήκε στα βιβλία και στις ιστορίες του θείου μια διέξοδο στην δίψα του  για γνώση και να χορτάσει  την μικρή ερωτική φλογίτσα που πάντα τρεμόπαιζε στο βάθος των ματιών του.  Για την Μαρία, αυτή η γνωριμία δεν γκρέμισε τον κόσμο της, αντικαθιστώντας  τον με την επιθυμία για μεγάλους έρωτες, τις σιγούρεψε όμως την επιλογή να ξεφύγει από την μοίρα του γάμου  και να σπουδάσει. 

 Η Γερμανική κατοχή, όπως παλιότερα η δικτατορία, δεν προκάλεσε αλλαγές στις προαιώνιες κοινωνικές σχέσεις, απλά έκλεισε πιο πολύ τους ανθρώπους στο καβούκι τους. Αυτό που άλλαξε τα πράγματα, για την νέα γενιά κυρίως, ήταν η ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν.  Πλέον μπορούσαν μακριά από κάθε επίβλεψη μεγαλύτερου να κάνουν, βεγγέρες , γλέντια, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές και θεατρικές βραδιές και κυρίως τα κορίτσια σε αυτές της δραστηριότητες δεν είχαν την αδελφική κηδεμονία. Έτσι ο Γιάννης  εντάχτηκε στην Ε.Π.Ο.Ν. Όταν  την Πρωτομαγιά του 1944 παρέλασε με τμήματα της Ε.Π.Ο.Ν ήταν μια έκπληξη τόσο για την οικογένεια, όσο και για την τοπική κοινότητα, ανήκε στην δεύτερη πιο πλούσια οικογένεια. Ο εμφύλιος δεν έφτασε ποτέ, στην πολιτειούλα μας  και αυτή η αποκοτιά του Γιάννη, δεν έμελε για την ώρα να επηρεάσει σοβαρά το έτερο πρόσωπο της ιστορίας . Τα χαφιέδικα όμως  μάτια των τοπικών κοινωνιών, ήταν πάντα τους άγρυπνα.
 Το 1947, ο Γιάννης, ανεβαίνει στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Συγκατοικεί, με τον Πέτρο, μακρινό του ξάδελφο και υψηλόβαθμο  στέλεχος της παράνομης Ο.Κ.Ν.Ε, εν αγνοία του Γιάννη.  Το φθινόπωρο του 1948, φτάνει και η  Μαρίας , στην Αθήνα  να δώσει εξετάσεις στο Αρσάκειο. Φυσικά ως νέα γυναίκα, έμεινε σε σπίτι συγγενή. Η Μαρία πέτυχε τον στόχο της εισαγωγής στο Αρσάκειο.   Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων συνοδεύτηκε  με την κλήτευση, να παραβρεθεί στην δίκη του αδελφού της επί εσχάτη προδοσία. Τι είχε συμβεί;  Ένα μήνα πριν, είχαν συλλάβει τον Γιάννη και τον συγκάτοικο του, χωρίς να ανακοινώσουν τις συλλήψεις  . Η Μαρία, παραβρέθηκε στο κολαστήριο που ονομαζόταν ναός της Δικαιοσύνης, οι στρατοδίκες ελαφρά την καρδία, ανακοίνωσαν τρις εις θάνατο και η Μαρία έχασε τον κόσμο. Συνήλθε και  ο  θείος της την ενημερώνει, ότι οι δικηγόροι ζήτησαν και πέτυχαν έφεση και ότι υπάρχουν ελπίδες για ισόβια. Όντως , οι υψηλές γνωριμίες, η λάμψη των  λυρών, μετέτρεψαν την  ποινή  σε ισόβια, τελικά σε 8 χρόνια αποφυλακίστηκε. 

 Γεγονότα που στέρησαν, στην Μαρία, την εισαγωγή στο Αρσάκειο, χωρίς να της στερήσουν το πάθος  να διδάξει. Δυο χρόνια μόλις μετά, κατάφερε να διοριστεί, δημοδιδασκάλισσα, σε  ένα νησάκι, μερικών εκατοντάδων κατοίκων, στο νοτιότερο μέρος της χώρας, παλαιός τόπος  εξορίας πολιτικών κρατουμένων.  Το βιός τους  μικρό, αλλά το μίσος για τους κατοίκους  του χωριού της Μαρίας μεγάλο, αφού τους είχαν στην δούλεψη τους. Έτσι τα πρώτα χρόνια στις σχολικές αίθουσες κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Η μετάθεση σε άλλα μεγαλύτερα σχολεία, βελτίωσαν την κατάσταση, δεν μείωσαν όμως  την απομόνωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, στις  πιο απλές εκδηλώσεις  της καθημερινότητας , σε μικρότερο βέβαια βαθμό , από κάποιο άλλο που δεν είχε την κοινωνική θέση του δασκάλου. Η ζωή φυσικά συνεχίστηκε, η σχετική χαλάρωση του κυνηγιού των μαγισσών , η οικονομική πρόοδος, η  ανάγκη για μεγάλο αριθμών δασκάλων , βοήθησε την Μαρία να μπει  και να τελειώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία. Βρίσκουμε, λοιπόν, την Μαρία το καλοκαίρι του 1957, στο χωρίο της, να περιμένει τον διορισμό σαν διπλωματούχος δάσκαλος. Οι γενναιόφρονες, όμως , συγχωριανοί της, δεν ανεχόταν, μια δασκάλα από αριστερή οικογένεια να διδάξει  τα παιδιά τους.   Η ασφάλεια, έθεσε στον πατέρα της, η την αποκήρυξη  του  γιού ή τον διορισμό της κόρης. Την ίδια νύχτα, ο πατέρας της πεθαίνει από αποπληξία στα χέρια της, μια και τα αδέλφια της, δεν ζούσαν πλέον στο πατρικό σπίτι.

  Η ζωή , όμως, συνεχίστηκε , η  Μαρία μπήκε στην  ρουτίνα του δασκάλου, με αρκετή  κοινωνική καταξίωση λόγω του έργου της. Ακλούθησε, ο  συμβιβασμός, ενός γάμου από προξενιό, με άνδρα της αντίθετης παράταξης. Ο διορισμός του συζύγου, στο δημόσιο, η μεγάλη της προίκα, οδήγησε στην μετακίνηση στα Χανιά σε ιδιόκτητο σπίτι και με  δυο μισθούς. Μπαίνουμε , αισίως, στην σημαντική και για πολλούς ηρωική, δεκαετία του 1960. Την δεκαετία, του νέου διαφωτισμού στην τέχνη  και συγχρόνως εξηλεκτρισμός, οικονομική ανάπτυξη, σχετικός  εκδημοκρατισμός. Φαινόταν,  ότι η κοινωνία μας θα ξεπεράσει τον εμφύλιο  ,θα εκσυγχρονιζόταν   και θα εντασσόταν ουσιαστικά οικονομικά και πολιτιστικά στην ήπειρο που γεωγραφικά ανήκε. Η Ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής με τον φυλετισμό  και τον τοπικισμό  της δεν σήκωνε ριζικές αλλαγές . Έτσι είχαμε την επιβολή της δικτατορίας.

    Η χούντα, για όσους  έχρησε αριστερούς  το μετεμφυλιακό  καθεστώς , μεταχειρίστηκε αποκλειστικά τις μεθόδους των ηθικών εκβιασμών και εξευτελισμών.  Δέκα μέρες μετά την επιβολή της, η Μαρία, όπως και εκατοντάδες αριστεροί δάσκαλοι, κλήθηκαν από τους διευθυντές τους, να εκφωνήσουν λόγους, μετά από άνωθεν εντολή,  για τους σκοπούς της  «επανάστασης» . Η Μαρία, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοι της, υποχώρησαν  κάτω από το βάρος 20  χρόνων φόβου, διώξεων, ανασφάλειας, συντριπτικής  ήττας και την κοινωνική αποδοχή του καθεστώτος. Το δεύτερο χτύπημα, που δέχτηκε στην ζωής της ήταν οι  εκθέσεις  των  επιθεωρητών  με την πεισματική μείωση του ήθους, κάνοντας την όμηρο του καθημερινού ελέγχου από τον διευθυντή του σχολείου και των συναδέλφων για την ηθική της συμπεριφορά. Αν  στην εκφώνηση των λόγων  έκανε πίσω, στον ηθικό εξευτελισμό αντέδρασε , κάνοντας την ζωή των επιθεωρητών δύσκολη με τις παθιασμένες και δίκαιες αντιδράσεις. 

 Η συνέχιση, αυτής της μορφής διακρίσεων, άρχισε να προκαλεί  την αίσθηση του γελοίου, στους διωκόμενους. Εξάλλου στα 1972, φαινόταν, ότι η χούντα είχε τελειώσει τον ρόλο που της ανάθεσε ο κοινωνικός αυτοματισμός και το τέλος της  ήταν πια φανερό. Συγχρόνως , η ανάδειξη του συζύγου της στην αντιπροεδρία της Ομοσπονδίας του, σηματοδότησε το τέλος 25 χρόνων διακρίσεων  στην ζωή της Μαρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου