Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ



                                  
Δεν σκεπτόμαστε να κρίνουμε ερωτικές  επιλογές που οδηγούν σε διαφορετικές εμπειρίες. Αλλά για τις επιλογές που γίνονται  αιτήματα , σε κινήματα, για να έχει συνοχή η  δομή τους  και σε μια κυβέρνηση, που με  βεγγαλικά στο σκοτάδι, προσπαθεί να δείξει προοδευτική .
 Η κληρονομιά και η κληρονομικότητα είναι έξω από το αξιακό και αισθητικό πλαίσιο, του κεφιού που εκφράζουμε ,μέσω του περιοδικού μας. Φυσικά δεν μας πέφτει λόγος αν κάποιος επιθυμεί να έχει τέτοια δικαιώματα, αν θεωρεί πως τα στερείται. Το σύμφωνο συμβίωσης σε κανένα του άρθρο, δεν έλυσε το πρόβλημα των διακρίσεων που υπόκειται  κάποιος λόγω των ερωτικών του επιλογών. Η  αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, στον δυτικό κόσμο, βασίζεται σε μια κοινωνική συνειδητότητα  ότι όλοι πρέπει να έχουμε ίσα δικαιώματα  βασίζεται  ένα αποτελεσματικό πλαίσιο νόμων. Όλα αυτά βέβαια μπορεί να βρίσκονται στα πλαίσια του ιδεατού, λόγω της κοινωνικής ανισότητας  και της  αδυναμίας  να εξασφαλιστεί η επιβίωση από τον ανταγωνισμό και την φυσική επιλογή, είναι όμως αναγκαία για μια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή. Το σύμφωνο συμβίωσης, προσπαθεί να δημιουργήσει μια τεχνητή,  κρατική, μορφή   οικογένειας. Δεδομένου,  ότι  η ερωτική αγάπη είναι προσωπική σχέση η οποία  νομιμοποιείται ανάμεσα  στα μέλη της σχέσης και όχι με νομικές παρεμβάσεις.

 Η μορφή οικογένειας και η κληρονομία, έχουν άμεση σχέση με την κοινωνική συγκρότηση. Με το Μάη του ’68, η αριστερά κάνει το μεγάλο άλμα, από την επαναστατικότητα και τον μεταρυθμισμό  στον εθνικισμό και το λαϊκισμό και ιδιαίτερα  σήμερα με το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Ένα εθνικισμό που διαφοροποιείται από τον κλασσικό της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας, που πρότυπο είναι η πατριαρχική οικογένεια, αλλά σε ένα εθνικισμό που έχει ως πρότυπο την οικογένεια του αρχαίου κοινοτισμού. Μόνο στον αρχαίο κοινοτισμό στα πλαίσια της κλειστής αιμομικτικής  πολυγαμικής ή πολυανδρικής οικογένειας, υπήρχε κοινή γενετική καταγωγή, λόγω του ότι οι άνθρωποι άνηκαν στην ίδια φυλετική ομάδα. Είχαμε το έθνος ,με την κυριολεκτική σημασία του όρου και όχι την πολιτιστική  σημασία, της κλασσικής θεωρίας του εθνικισμού. Η αριστερά με την λεγόμενη σεξουαλική απελευθέρωση, ενίσχυσε την προσπάθεια της πλήρους εμπορευματοποίηση της ερωτικής σχέσης , μέσω της απώλειας της προσωπικής της σημασίας. Μια απώλεια, που από την μια προωθούσε το προαιώνιο όνειρο κάθε εξουσίας, η ετεροφυλοφιλική σχέση να περιοριστεί στα πλαίσια της αναπαραγωγής. Τα παραπάνω υπήρξαν  αντιλήψεις που τις εισήγαγε με πιο ολοκληρωμένο τρόπο, από την αναρχοαυτονομία, ο εθνικοσοσιαλισμός. Το καθαρό έθνος των Ναζί, είχε πρότυπο τον  αρχαίο κοινοτισμό, δηλαδή  το  κυρίαρχο αρσενικό και την λειτουριγική ομοφυλοφιλία για τους άλλους. Ήθελαν να ελέγχουν τις γεννήσεις  με τέτοιο τρόπο ώστε τα παιδία να έχουν όχι μόνο κοινά φυλετικά χαρακτηριστικά άλλα και χαρακτήρα. Το σίγουρο ήταν πως κατάφεραν  έστω και στο επίπεδο της οργάνωσης τους , η ετεροφυλοφιλία να μείνει  ασεξουαλική (αντισεξιστική).  Θα προτιμούσαν τα παιδία να κυοφορούνται, από ειδική κατηγορία- μέσω της κλωνοποίησης-  γυναικών δούλων, έτσι ώστε οι άρειες  γυναίκες να μην αποτελούν απειλή (πειρασμός)  για την φύση του πολίτη στρατιώτη. Με τον  νόμο για το σύμφωνο συμβίωσης η κυβερνώσα αριστερά, προσπαθεί, ως οφείλει σαν εξουσία, να επιβάλει τον δικό της κώδικα ηθικών αξιών, αναπαλαιώνοντας τον ηθικό κώδικα εθνικοσοσιαλιστών,  αναρχοαυτόνομων.  Που οι βάσεις τους , στο ζήτημα που μας αφορά, είναι ο αντισεξισμός, η ηθική δηλαδή δαιμονοποίηση  του ερωτισμό στα πρότυπα των μοναστικών ταγμάτων και η ομοφυλία. Πρότυπα ηθικής που αν επικρατήσουν θα έχουμε την πιο απόλυτη μορφή εξουσίας, την εξουσία που θα ελέγχει τα ανθρώπινα συναισθήματα.


 Ο ερωτισμός είναι σύμφυτος με την ανθρώπινη φύση και υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους συγχρόνως και στις δυο μορφές. Μια φιλική σχέση ανάμεσα σε άτομα ιδίου φύλου, που δεν  είναι απλή γνωριμία, έχει ερωτική μορφή, χωρίς να περιλαμβάνει σωματική επαφή. Όμως ο ερωτισμός σε οποιαδήποτε μορφή, υπάρχει , γιατί υπάρχουν δύο φύλα. Ακόμα και  το ερωτικό πρότυπο των ομοφυλόφιλων , προέρχεται από το άλλο φύλο. Εδώ ο ερωτισμός μας αφορά υπαρξιακά και ιδιαίτερα η θηλυκότητα που βάζει στον στόχο, το σύμφωνο συμβίωσης. Μα κυρίως , οι απόψεις που εξέφρασε η αριστερά, προωθώντας τον ατομοκεντρικό τρόπο  επιβίωσης που είναι πλειοψηφούσα αντίληψη   στην κοινωνία και στις γραμμές της . Τι ενοχλεί τους εξουσιολάγνους   η ετεροφυλοφιλία και η θηλυκότητα;  Προφανώς η φύση της ως αγάπη  στο διαφορετικό. Αν αγαπάς  το διαφορετικό, η επιβίωση παύει να είναι ατομοκεντρική. Για να ζήσεις πρέπει να προσφέρεις στους άλλους, γεγονός δύσκολο σε περιόδους που η ατομική επιβίωση είναι επισφαλής και οι προοπτικές μηδαμινές. Έτσι σου είναι εύκολο να δεχθείς την ηθική απαξία της ετεροφυλοφιλίας, που προωθούν διάφορα κινήματα δικαιωμάτων.  Μεταμφιέζουν, τον εγωκεντρισμό τους, σε κοινωνικό κίνημα, που δεν το ενδιαφέρει η λύση των προβλημάτων, αντίθετα το  χαροποιεί η διαιώνιση  τους, από την μια μεριά για να υπάρχει έστω και στα χαρτιά η ανάγκη ύπαρξης τους, ενώ από την άλλη η διατήρηση της εξουσιαστικής δομής να εξασφαλίζει την ατομοκεντρική επιβίωση των μελών. Η ετεροφυλοφιλία και ιδιαίτερα  η θηλυκότητα, εκφράζει σε υπαρξιακό επίπεδο κάθε ανθρωποκεντρική ιδέα, όπως  ελευθερία, ένωση , δημοκρατία. Γιατί  παραπέμπει στην ενότητα του διαφορετικού. Ο έρωτας, αποτελεί την αναγκαία ψευδαίσθηση, ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε τον άλλο, μια ψευδαίσθηση όμως που χωρίς αυτήν δεν θα είχαμε τις κατά καιρούς  αλλαγές  που είναι απαραίτητες ,για την επιβίωση  κάθε κοινωνίας .
 Το ενδιαφέρον, πέρα από αυτούς που ήταν  αντίθετοι υπερασπιζόμενοι την πατριαρχική οικογένεια, το δικαίωμα τους δηλαδή  στην κληρονομιά,  είναι πως οι πιο θανατικοί πολέμιοι του συμφώνου, ήταν εκείνοι που έχουν παρόμοιο ηθικό κώδικα με τα κινήματα των ομοφυλόφιλων.  Οι δεσποτάδες, που υπήρξαν πρώην καλόγεροι και η Χρυσή Αυγή που η ατομική τους διαπαιδαγώγηση  βασίζεται στην ομοφυλία.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΤΑΜΠΑΚΑΡΙΑ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ





 Μια πόλη όσο μικρή και να είναι περιέχει περισσότερη ποίηση, από οποιοδήποτε  φυσικό τοπίο. Η φύση είναι ένα χάος από ασύνειδες δυνάμεις η πόλη ένα χάος από δυνάμεις συνειδητές. Ο κάλυκας ενός άνθους  ή τα κλαδιά  ενός αιωνόβιου δέντρου μπορεί να είναι ή να μην είναι συμβολικά, αλλά δεν υπάρχει δρόμος, ούτε ένα τούβλου τοίχου που να μην είναι ένα ηθελημένο σύμβολο, ένα μήνυμα ενός ανθρώπου προς ένα άλλο άνθρωπο, μήνυμα τόσο συγκεκριμένο όσο ένα γράμμα ή ένα s.m.s.  Ο παραμικρός δρόμος  διατηρεί σε κάθε του κρυφή γωνιά τις ψυχές αυτών που τον κατασκεύασαν που τον περπάτησαν, ανεξάρτητα αν ζουν ή αναπαύονται από καιρό στον τάφο.  Κάθε της μόριο είναι ένα ιερογλυφικό  ένα ντοκουμέντο διδακτικότερο  από πολλές επιστημονικές διατριβές. 

 Τα Ταμπακαριά ήταν για μένα μια τοποθεσία  στην συνοικία της Χαλέπας, μετά ήταν ένα κέντρο διασκέδασης σε ένα ανασκευασμένο Ταμπακαριό, ένας τόπος κρυφών ερωτικών ραντεβού, κυρίως  όμως το  μέρος που δούλεψαν ή έζησαν κάποιοι  άνθρωποι που γνωρίζω. Το πρώτο μήνυμα που μου εξέπεμψαν τα ερείπια που σιγά- σιγά καταπίνει η θάλασσα, ήταν το παρελθόν μιας διαφορετικής αστικής ζωής. Μια ζωής, πριν ακόμα ο κόσμος γίνει οικείος , στον καθένα και ο κάθε τοπικός πολιτισμός  γίνει παγκόσμια κληρονομία. Ακόμα και τότε , την εποχή της μικρής αστικής ανάπτυξης, η πόλη ήταν μια απόδειξη του  πόσα πολλά  χρωστά  το κάθε άτομο στο σύνολο των ανθρώπων. Πόσος σημαντικός, για την επιβίωση του οποιουδήποτε, είναι ο ανώνυμος που κάνει την  ποιό ασήμαντη  εργασία, στην λειτουργία μιας πόλης;  Έτσι τα Ταμπακαριά αποτέλεσαν κάποτε μια τοπική, αυτάρκης και αυτοτροφοδοτούμενη βιοτεχνία, που συνέδεε τους ανθρώπους  της τοπικής κοινωνίας. Οι κτηνοτρόφοι, έφερναν τα ζώα τους στην πόλη, για να τραφούν  οι κάτοικοι  και τα δέρματα να  γίνουν υποδήματα και για τους ίδιους και για τους αστούς. Η αύξηση του πληθυσμού μετέβαλε αυτήν την δραστηριότητα, την επεξέτεινε, την ανάγκασε να επιβιώνει με την εισαγωγή δερμάτων από την Ελλάδα πρώτα και από το εξωτερικό αργότερα και όταν οι ανάγκες μπορούσαν να καλυφτούν μόνο με την βιομηχανική παραγωγή ,  αυτή η δραστηριότητα  παρήκμασε και τέλος έκλεισε τον κύκλο της. Αυτός όμως ο θάνατος, έδωσε ζωή σε συνοικίες και δουλειά σε άλλους  ανθρώπους που ανέλαβαν να κατασκευάζουν μαζικά υποδήματα , σε  κάποιο άγνωστο  ίσως σημείο του κόσμου.


  Η πόλη μας και το νησί μας  είχε την τύχη, ο σουλτάνος  να αναθέσει  την διοίκηση στον «πεφωτισμένο» πασά της Αιγύπτου,  Μοχάμεντ   Άλη , από το 1830-1840  έτσι γνώρισε τον αστικό εκσυγχρονισμό πολύ πριν από άλλα μέρη  της χώρας. Η πόλη απέκτησε σχέδιο και ρυμοτομία δυτικής πόλης χαράχτηκαν οι συνοικίες και ανάμεσα στα άλλα επέλεξαν  την ανατολική πλευρά της Χαλέπας, για την κατεργασία του δέρματος. Ιδανικό μέρος, πρώτον γιατί βρίσκονται ταυτόχρονα μακριά, αλλά και κοντά στα Χανιά και δεύτερον, διότι η συγκεκριμένη τοποθεσία φιλοξενεί πάρα πολλά υπόγεια υφάλμυρα νερά, δίπλα σε αβαθή θάλασσα που ήταν χρήσιμη για το πρώτο στάδιο επεξεργασίας των δερμάτων.   Η πρώτη εγκατάσταση έγινε στο παραθαλάσσιο τμήμα της οδού Βιβιλάκη και μετά το 1920, επεκτάθηκε ανατολικότερα προς την Αγία Κυριακή. Αυτή η βιοτεχνία βρέθηκε στην ακμή της  τον μεσοπόλεμο, ως το 1950 υπήρχαν  80 ταμπακαριά,  αργότερα έπεσαν  θύματα και αυτά της βελτίωσης   του τρόπου ζωής που έφερε η ανάπτυξη στις δεκαετίες του ’60 και του  ’70. Σήμερα σώζονται μόνο 6  με αυτήν την δραστηριότητα . . Πολύ  λίγα από αυτά    λειτουργούν ως αποθήκες, ανακαινισμένα ξενοδοχεία και ταβέρνες, αλλά τα περισσότερα έχουν αφεθεί στο έλεος του χρόνου, ερειπωμένα και ετοιμόρροπα. Την εποχή της ακμής τους τα Ταμπακαριά υπήρξαν ένα θαυμάσιο αρχιτεκτονικό, βιομηχανικό σύνολο, από τη μεριά του δρόμου ήταν ισόγεια, ενώ από τη μεριά της θάλασσας ήταν  δίπατα και τρίπατα, πετρόκτιστα με κεραμιδένιες στέγες, χωρίζονται με στενά περάσματα και σκαλοπάτια οδηγούν προς τη θάλασσα, προσαρμοσμένα στη φυσική κλίση του τοπίου, νεοκλασικού σχεδόν ρυθμού.  


 Τα Ταμπακαριά έχουν να διηγηθούν, στον σημερινό διαβάτη και περιηγητή, τις χιλιάδες ατομικές μας  ιστορίες ως σύγχρονοι  πολίτες των Χανίων  και τις ιστορίες των χιλιάδων ανώνυμων  που επί χρόνια ανταποκρινόταν στις ανάγκες  υπόδησης των παλαιοτέρων και αυτών που συνέβαλαν  στον πιο διαχρονικό αστικό εκσυγχρονισμό της πόλης.  Η αποκατάσταση  των χαλασμάτων των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων που σήμερα έχουν αφεθεί στην θάλασσα    στον χρόνο, θα βελτιώσει το αστικό περιβάλλον και θα αποτελέσει ένα ζωντανό βιοτεχνικό μουσείο. Ο κόσμος που το μέλλον θα δημιουργήσει , δεν έχει περιθώριο να αφήνει να καταστρέφεται το παραμικρό δημιούργημα του ανθρώπινου μόχθου.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΑΣΠΑΣΙΑ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΛΩΣΕ ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΑΒΑΤΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ





Η γενιά μας είχε την τύχη να ζήσει το τέλος της εποχής της ανέχειας.  Την φτώχια της οικογένειας μου δεν την έζησα,  οικογένεια δημοσίων  υπαλλήλων, που η περιουσία του ενός συμβαλλομένου έγινε ιδιόκτητο σπίτι στην πόλη. Αυτό το σπίτι έμελε να γίνει η αιτία της γνωριμίας  μου με την Ασπασία. Το μπακάλικο του Παύλου- του αδερφού της- ήταν ένα δρόμο παρακάτω, η γνωριμία και η φιλία του πατέρα μου με τον Παύλο, οδήγησε στο να δώσουν τα χέρια για την βάφτιση μου. Ως συνήθως η  σχέση νονών και βαφτισιμιών  διακόπτετε σε κάποια ηλικία, έτσι συνέβη  και στην περίπτωση μου .  Η εκδήλωση που διοργάνωσε, το Γηροκομείο Χανίων, αφιερωμένο στην Ασπασία, στις 11/01/2016, ήταν μια ευκαιρία να τους συναντήσω, 30 χρόνια μετά.

  Βέβαιο είναι πως και στην Ενετοκρατία υπήρχαν γυναίκες  στο χώρο της μουσικής, της ποίησης και της τέχνης. Οι γυναίκες αυτές άνηκαν στις ανώτερες τάξεις, που πέρα του θεσμού της κληρονομίας, η θέση τους ήταν αντίστοιχη  των ανδρών. Αντίθετα στα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα, μέχρι και το μέσο του 20ου αιώνα, η γέννηση ενός κοριτσιού ήταν ατυχία για την οικογένεια της, αφού έπρεπε να δώσει προίκα και να μειωθεί η οικογενειακή περιουσία. Η σχετική  αναγνώριση της  γυναίκας άρχιζε λόγω της τεκνοποιίας. Μέχρι τότε η αυτόνομη  κοινωνική  ζωή ήταν απαγορευμένη, μόνο με συνοδεία γονέων και αδελφών μπορούσαν  να διαβούν  το κατώφλι του σπιτιού  τους, πέρα των ωρών που πραγματοποιούσαν τις λεγόμενες γυναικείες δουλειές. Να πούμε εδώ πως οι πιο βαριές  δουλειές της οικιακής οικονομίας , επί παραδείγματι  η ελαιοκομιδή , πλην της μεταφοράς  και της παραγωγής  του λαδιού,  ήταν αποκλειστικά γυναικεία δουλειά.  Ο επαγγελματικός προσανατολισμός, πλην του ρόλου της συζύγου και της οικιακής βοηθού, ήταν αδύνατος.  Η μόρφωση η εκμάθηση μουσικής  ήταν απαγορευμένα. Φυσικά μιλάμε για την νοοτροπία της υπαίθρου, την εποχή  που γεννήθηκε η Ασπασία.  Όταν η μικρή Ασπασία,  ζήτησε να μάθει λύρα, υπήρξε μια απίστευτη έκπληξη για την οικογένεια της. Το ότι κατάφερε να της επιτρέψουν να μάθει, δείχνει το πείσμα και την αποφασιστικότητα του χαρακτήρα της. Από την άλλη μεριά η προθυμία του θείου της του ονομαστού τότε λυράρη «Πλακιανού»  και του αδερφού της Παύλου, να την βοηθήσουν δείχνει ότι η οικογένεια της, πράγμα περίεργο για την εποχή, είχε ανοιχτούς ορίζοντες. Να έπαιξε σημασία πως το χωριό της Ασπασίας η Πλάκα Αποκορώνου   ήταν παραθαλάσσιο, ακόμα δεν είχε αρχίσει η πολιτιστική δράση της Ε.Π.Ο.Ν  που έκανε οικία την γυναικεία συμμετοχή στην τέχνη,  ποιος ξέρει;   Πόσο παραμελημένη είναι  η ιστορία, ως ερμηνευτική επιστήμη, ειδικά της τέχνης, στον τόπο μας. Η επανάσταση, της Ασπασίας, δεν  είχε μόνο πρελούδιο, αλλά έμελε να έχει συναρπαστική συνέχεια, όταν την παιδική ασχολία, θέλησε να την κάνει επάγγελμα. Έτσι είχαμε την πρώτη λυράρησα, ενάντια  στην πατριαρχική επιφάνεια της τότε κοινωνίας. Το πρόβλημα δεν ήταν  ότι υπήρξε μια πρωτότυπη προσωπική επιλογή ή αν μέσα από αυτήν θα εξασφάλιζε ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, αλλά ότι αυτή η επιλογή ήταν ανατροπή του κοινωνικού στάτους, σε ένα χωριό της μεταπολεμικής Ελλάδας.  Ήταν  μια αμφισβήτηση σε κάθε επιτρεπόμενο γυναικείο ρόλο, άρα  κάθε επιτρεπόμενο τρόπο επιβίωσης, μια αμφισβήτηση της ίδιας την γυναικείας  φύσης, που ισορροπεί . στο πλέγμα  ευθυνών  και ενοχών. Ο λυράρης σε ένα Κρητικό συγκρότημα , είναι ο μαέστρος, αυτός δηλαδή που «διευθύνει». Η καταξίωση του λυράρη στην εποχή της, δεν εξαντλούταν στην τεχνική γνώση ενός οργάνου, ενός μονότονου ρυθμού και ενός κώδικα επιτρεπόμενης ,από τον ακροατή, στιχουργικής. Αλλά αντιθέτως το προσωπικό παίξιμο έπρεπε να είναι η ταυτότητα του καλλιτέχνη, ώστε να αναγνωρίζετε πέρα από την φυσική του παρουσία και ο στοίχος να είναι εντελώς προσωπικός.  Όπως, επί παραδείγματι, ένα τραγούδι του Άκη Πάνου που ακούς πρώτη φόρα, είναι αναγνωρίσιμο, λόγω της προσωπικής σφραγίδας του καλλιτέχνη. Πέρα από την περίοδο της εκμάθησης και της αναγκαστικής αντιγραφής σκοπών , τόσο μέσα της ήταν η μουσική της,  που προσπάθησε να φτιάξει την λύρα που θα απέδιδε  τον επιθυμητό ήχο. Όπως έχει πει και η ίδια σε μια τηλεοπτική εκπομπή, αν κατασκευάσεις 100 λύρες μόνο η μια μπορεί να αποδώσει  τον τόνο που επιθυμείς. Απολύτως προσωπικός είναι και ο στοίχος της. Κύριο θέμα ο έρωτας και η αγάπη, η ένταση των αισθημάτων, το ανεκπλήρωτο του πάθους, η σίγουρη απώλεια, τραγουδήθηκε  από   την Ασπασία με προσωπικό και βιωματικό τρόπο. Η αναγεννησιακή, η ιπποτική , η ρομαντική  ποίηση βρήκε μέσα από το τραγούδι της , μια πιο σύγχρονη εκδοχή.  Μια σημαντική πλευρά, της ανατροπής στα ήθη της παραδοσιακής μουσικής που έφερε η Ασπασία, ήταν η στάση της οικογένειας της. Πριν να πείσει το κοινό της εποχής για την επιλογή της, έπρεπε να πείσει την οικογένειας για την προσωπική της επιλογή  έκαμψε   τις μητρικές  αναστολές και η οικογένεια της έγινε σύμμαχος και συμπαραστάτης. Δημιούργησαν με τον αδερφό της Παύλο Παπαδάκη , λαουτιέρη,  ένα αχώριστο δίδυμο, που με το παίξιμο του κατέκτησε το Κρητικό κοινό, στα γλέντια, στα πανηγύρια, στους γάμους και βεγγέρες  εκείνης της εποχής ως το πρόσφατο παρελθόν. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι, ότι αυτό το δίδυμο χώρισε μόνο κατά την στρατιωτική θητεία του Παύλου, τότε τον αντικατέστησε στο λαούτο, μια αδερφή της Ασπασίας, ένα αμιγώς γυναικείο συγκρότημα, ίσως το μοναδικό στην Κρητική μουσική.  


Τα γλέντια της εποχής, που ξεκίνησε η Ασπασία, παρά τον συντηρητισμό που περιγράψαμε, ήταν πολύ πιο προωθημένα από τα σημερινά της ψηφιακής εποχής. Δεν έπαιζαν μόνο  Κρητικά και ελάχιστα δημοτικά αλλά και βαλς και ταγκό και αλλά τραγούδια της εποχής. Μάλιστα τα τελευταία είχαν  σημαντικό ρόλο στο ερωτικό παιχνίδι, την εποχή που  στις άλλες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής ήταν απαγορευμένο. Από αυτή την εποχή, έχουν μείνει στην μνήμη, όσων  παλαιότερων έχουν, φράσεις όπως  «ντάμα μπουφέ», και «ντάμα λυράρη».  Που σήμαιναν το κέρασμα και την παραγγελία   προς την ορχήστρα, των νέων  στο ερωτικό παιχνίδι με τις ντάμες τους. Τα βαλς και ταγκό που έπαιζε η Ασπασία, τα ξεσήκωνε από τα λιγοστά ραδιόφωνα της εποχής. Γεγονός που δείχνει, τον οργασμό δημιουργικότητας της εποχής ενώ από την άλλη  το βαθμό που η Ασπασία έδινε το είναι της στην μουσική. Οι λυράρηδες της εποχής δεν ήταν απλά μουσικοί, αλλά το παράθυρο προς τον κόσμο . Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον καθιερώθηκε το ταλέντο της Ασπασίας.  Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με τις ώρες για την καριέρα της, το πόσα έγχορδα μπορούσε να παίξει (μέχρι και άρπα), τις ονομαστές μαντινάδες ή στοίχους, την δισκογραφική δουλειά και την τέχνη της στην κατασκευή λυρών, βιολιών. Αλλά αυτό  που  ζει μέσα μας από την Ασπασία,  είναι το ανεξάρτητο πνεύμα της, χωρίς συμβιβασμούς σε σκληρές περιόδους βιοπορισμού και την συνειδητή πορεία να δώσει αυτό που θα της άρεσε να ακούγετε στην μουσική. Δεν ήταν πρωτοπόρα λόγω της θέσης του φύλου της και  γι αυτό θα πρέπει να μείνει στην μνήμη μας. Αλλά υπήρξε πρωτοπόρα με την χροιά  της μουσικής της, την   ιδιαίτερη  ταυτότητα του παιξίματος   και την  ειλικρίνεια και το ανεκπλήρωτο του  ερωτικού  της στοίχου.

  Η ιδέα για την εκδήλωσης,  η επιλογή του προσώπου υπήρξε θαυμάσια και δείχνει την σχέση αγάπης και σύμπνοιας  προσωπικού και τροφίμων στο Γηροκομείο Χανίων. Θέλουμε ως επίλογο να βάλουμε μερικά ερωτηματικά που εμφανίζονται  έντονα  σε εκδηλώσεις για την παράδοση. Μας ενδιαφέρει η παράδοση ως τμήμα της ιστορίας της κοινωνίας μας; Το ριζίτικο μπορεί να ζήσει , μέσα στην άγνοια για την ιστορικότητα του;  Πως θα μείνουν , τα παιξίματα των εκατοντάδων, επωνύμων και ανώνυμων που συνέβαλαν στην εξέλιξη της μουσικής μας ή πάντα η μουσική έμεινε αναλλοίωτη όπως την έδωσε ο «θεός» στους ανθρώπους ;  Χωρίς αυτούς η μουσική μας θα ήταν προ πολλού νεκρή. Τι είναι η παράδοση ένα οικογενειακό κειμήλιο , ένα κληρονομικό δικαίωμα που θα πεθάνει αν η οικογένεια δεν αφήσει απογόνους ή μια από τις πηγές του πολιτισμού που δημιουργούμε;  Τι ανάγκη έχουμε από επίσημους, που στην συγκριμένη εκδήλωση εκτόπισαν το τιμώμενο  πρόσωπο  από την πρώτη στην τρίτη γραμμή και τα καλωσορίσματα  προς αυτούς , τα οποία πήραν  το ένα τρίτου του χρόνου της εκδήλωσης;  Η εύγλωττη σιωπή και το βαθύ βλέμμα της Ασπασίας και η φυσική αγάπη του κοινού της εκδήλωσης προς το πρόσωπο της έδειξαν τι πραγματικά έπρεπε να τιμηθεί.  Σίγουρα οι θεματοφύλακες  της παράδοσης   είναι αυτοί που την αμφισβητούν και την ανατρέπουν, επιτρέποντας της να παραμένει ζωντανή.  Σίγουρα η Ασπασία ανήκει σε αυτούς τους θεματοφύλακες.
                                                                  ΕΥΤΥΧΗΣ ΠΙΤΣΙΚΟΥΛΑΚΗΣ