Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Κουρδιστό Πορτοκάλι: Μια Tαινία για τη Bία που γεννά η Bία

Κουρδιστό Πορτοκάλι: Μια Tαινία για τη Bία που γεννά η Bία

Clockwork_orangeA
της Δήμητρας Στεργίου,
Δικηγόρου, ΜΔΕ
Το Κουρδιστό Πορτοκάλι αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο λαμπερά διαμάντια στην ιστορία της 7ης τέχνης. Η ταινία αποτελεί μια αριστουργηματική σπουδή πάνω στη βία με τον σκηνοθέτη της Stanley Kubrick να ξεδιπλώνει περίτεχνα και καθηλωτικά όλες τις εκφάνσεις που μπορέι να λάβει το φαινόμενο αυτό. Βία του κράτους. Βία του σωφρονιστικού συστήματος. Ομαδική βία. Μεμονωμένη άσκηση βίας.
Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1971 και όπως ήταν αναμενόμενο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και χαρακτηρίστηκε εξτρεμιστική. Από την μία απέκτησε φανατικούς θαυμαστές που λάτρεψαν τον φουτουριστικό αυτό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας που απογύμνωνε αριστοτεχνικά το σαθρό και εξαθλιωμένο κοινωνικό σύστημα, καταδεικνύοντας την κρίση στην οποία αυτό έχει περιέλθει και από την άλλη απέκτησε αρκετούς πολέμιους λόγω του ρηξικέλευθου για τα δεδομένα της εποχής του τρόπου απεικόνισης της βίας. Το έργο βρίθει νοημάτων, συμβολισμών και μηνυμάτων. Οι αναλύσεις που επιδέχεται είναι πολυεπίπεδες. Ο Κιούμπρικ τάραξε τα νερά της εποχής του. Δεν παρουσίασε μόνο το φαινόμενο της βίας, το οποίο βρισκόταν σε έξαρση στην Αγγλία της δεκαετίας του ’60 αλλά προχώρησε πολύ πιο βαθιά δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στον τρόπο αντιμετώπισης της από την πλευρά της πολιτείας και του σωφρονιστικού συστήματος.
kou1Η υπόθεση του έργου βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Anthony Burgess και αναφέρεται στην εγκληματική δράση μιας συμμορίας κακοποιών που επιδίδεται ανηλεώς σε πράξεις βίας και βανδαλισμού. Με αρχηγό της τον Άλεξ (Malcolm McDowell) η παρέα των εγκληματιών παρουσιάζεται από τον ευφυέστατο Κιούμπρικ σαν μια στυγερή και διεστραμμένη εγκληματική ομάδα, εθισμένη στα ναρκωτκά που διαπράττει βιασμούς, ληστείες, σωματικές επιθέσεις και άλλες ειδεχθείς πράξεις αντλώντας ευχαρίστηση από αυτές μιας και αποτελούν την μοναδική διέξοδό της από την πλήξη της καθημερινότητας που βιώνει, μιας καθημερινότητας στενά προσκολλημένης στις αρχές του συντηρητισμού. Μετά από την προδοσία των φίλων του, ο Άλεξ συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κάθειρξη πολλών ετών για τα αδικήματά του. Στο σημείο αυτό καλείται να πάρει μια σημαντική απόφαση. Ή θα εκτίσει κανονικά την ποινή του μέσα στην φυλακή ή θα δεχτεί να γίνει το πειραματόζωο (έτσι εξηγείται και ο τίτλος, κουρδιστό πορτοκάλι=κουρδιστός άνθρωπος) ενός μυστικού κρατικού πειράματος. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πείραμα σωφρονισμού που θα τον βοηθήσει από την μία να επανενταχθεί στην κοινωνία πολύ γρήγορα, υφιστάμενος ένα είδος πλύσης εγκεφάλου, από την άλλη όμως θα του στερήσει την ικανότητα του να διαπράττει βίαιες πράξεις καθώς θα αισθάνεται αποστροφή για οτιδήποτε σχετίζεται με την βία.
kou2Υπό τα ως άνω δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η ταινία από άποψη περιεχομένου κινείται σε δύο μοτίβα. Από την μία προβάλλεται ο αμοραλισμός και ο εκμαυλισμός των ηθών που πλήττουν την κοινωνία ( η διαχρονικότητα του θέματος είναι προφανής) και από την άλλη παρουσιάζεται η προσπάθεια της πολιτείας να καταστείλει την βία μετερχόμενη όμως ακατάλληλα μέσα. Ο Κιούμπρικ σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο την αντιστροφή των ρόλων. Ο θύτης γίνεται θύμα και μετατρέπεται σε πειθήνιο όν, σε ένα πιόνι του συστήματος, σε ένα αντικείμενο. Στην αντίπερα όχθη η σκληρή στάση της κοινωνίας που προσπαθεί να θεραπεύσει οποιαδήποτε συμπεριφορά που αντίκειται στην έννομη τάξη, με την επίκληση της ψυχολογίας και της επιστήμης ακόμα και αν πρέπει να θυσιάσει το αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Και εκεί είναι που ξεδιπλώνεται το κουβάρι των προβλημάτων που απασχολούν την κοινωνία μας εδώ και χρόνια. Αξίζει να περιορίσουμε την ελευθερία έκφρασης για χάρη του σωφρονισμού; Αξίζει να δημιουργούμε κοινωνικά έρμαια που θα υπακούουν στωϊκά και αδιαμαρτύρητα σε κανόνες; Η δημιουργία μιας κοινωνίας υπνωτισμένων ανθρώπων θα αποτελέσει την λύση στο πρόβλημα της βίας; Μήπως η θεραπεία της βίας συνεπάγεται την πρόκληση κινδύνων για τον ίδιο τον άνθρωπο;
kou3Είναι τελικά η βία η πιο αποτελεσματική απάντηση στην βία;
Όπως διαπιστώνουμε, η ιδιοφυής σύλληψη του Κιούμπρικ γεννά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα μέχρι και τις μέρες μας. Είναι πρόδηλη η διορατικότητα του σκηνοθέτη μιας και η ταινία εξακολουθεί να σοκάρει τον θεατή ακόμα και σήμερα. Οι σκηνές ωμής βίας είναι αποκρουστικές, η μουσική της ταινίας ανατριχιαστική. Η ταινία άλλωστε τοποθετείται χρονικά στο εγγύς μέλλον και για τον λόγο αυτό μπορούμε με βεβαιότητα πια να ομολογήσουμε ότι είναι καθόλα προφητική. Κατ’ ουσίαν αποτελεί την φωτογραφία της σύγχρονης κοινωνίας.
Η ταινία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, για το σενάριο, την σκηνοθεσία, την φωτογραφία και την εξαιρετική ερμηνεία του πρωταγωνιστή της. Ο μοναδικός τρόπος θεώρησης των φαινομένων από την πλευρά του σκηνοθέτη παραμένει ριζοσπαστικός ακόμα και σήμερα , 45 χρόνια μετά την δημιουργία της. Αξίζει να την δει κάθε θεατής προκειμένου να βυθιστεί στα δεκάδες νοήματά της και να προβληματιστεί για την πορεία της κοινωνίας αλλά και για την αξιοπιστία του συστήματος.
Ποιος ήταν, όμως, ο αντίκτυπος της προβολής μιας τόσο εξτρεμιστικής ταινία στην συντηρητική Αγγλία του 1971;
kou4Στην Αγγλία, σημειώθηκε ένας μεγάλος αριθμός εγκληματικών πράξεων που ουσιαστικά αποτελούσαν αντιγραφή των σκηνών που προβλήθηκαν στην ταινία. Το κύμα βίας ξεκίνησε από τον βιασμό μιας δεκαεπτάχρονης Ολλανδής και τον φόνο ενός άστεγου, τον άγριο ξυλοδαρμό ενός αγοριού από έναν δεκαεξάχρονο ντυμένο Αλεξ και τον ομαδικό βιασμό μιας καλόγριας από παρέα αντρών που ήταν μεταμφιεσμένοι όπως τα μέλη της συμμορίας του φιλμ[1].
Το ζήτημα οδηγήθηκε στα έδρανα της Βουλής, όπου συζητήθηκε το ενδεχόμενο της απαγόρευσης προβολής της ταινίας. Η απάντηση του Κιούμπρικ ήταν άμεση. Όπως ισχυρίστηκε «Η βία υπήρχε πάντοτε στην τέχνη, υπάρχει στη Βίβλο, στον Ομηρο, στον Σέξπιρ. Ουδέποτε ένα προϊόν τέχνης προκάλεσε κοινωνική ζημιά». Ο Κιούμπρικ, πικραμένος και φανερά ενοχλημένος από την σκληρή επίθεση που δέχτηκε το δημιούργημά του πήρε την απόφαση να απαγορεύσει ο ίδιος την προβολή της ταινίας στην Αγγλία μέχρι και τον θάνατό του. Η ταινία προβήθηκε στην Αγγλία 25 χρόνια αργότερα, όταν έφυγε από την ζωή ο μεγάλος δημιουργός.
Αιρετικό ή μη, προκλητικό ή όχι, το Κουρδιστό Πορτοκάλι αποτελεί σταθμό στα κινηματογραφικά χρονικά και συγκλονίζει ακόμα και σήμερα με το άρτιο αποτέλεσμά του. Αξίζει να το δεις και να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματά.
[1]Βλ. σχετικά, άρθρο του Λουκά Κατσικά με τίτλο «Ξεφλουδίζοντας το Κουρδιστό Πορτοκάλι», enet. gr
Αναδημοσίευση από το περιοδικό The Art of Crime
AΠΟ    ΤΟ SIDE   "ΕΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ"
 





crime_and_punishment22
~ από Nina C στο 25/04/2015.

Σχολιάστε

Διαβάζοντας το βιβλίο του TERRY EAGLETON «ΓΙΑΤΙ Ο ΜΑΡΞ ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ»



Διαβάζοντας το βιβλίο του TERRY EAGLETON «ΓΙΑΤΙ Ο ΜΑΡΞ ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ»



Θα παρουσιάσουμε από την blog μας το σημαντικό αυτό βιβλίο που έπεσε στα χέρια μας. Το έργο αυτό, ενός από τους σημαντικότερους Βρετανούς κριτικούς λογοτεχνίας, δεν είναι ένα απολογητικό κείμενο κάποιου που υπερασπίζετε το μεροκάματο του αλλά μια κριτική αποτίμηση του έργου του Μαρξ από την σκοπιά του Μαρξισμού. Σπάνια εξαίρεση να κρίνει κανείς και τον εαυτό του , όχι μόνο τους άλλους , από την σκοπιά των ιδεών του. Το έργο αυτό αποτελείται από δέκα κεφάλαια, που απαντούν σε βασικές κατηγορίες όσων θεωρούν το έργο του Μαρξ νεκρό. Παρουσιάζουμε σε αυτό το φύλλο το πρώτο κεφάλαιο που απαντά στην κατηγορία: Ο μαρξισμός έχει ξοφλήσει «..στις σημερινές ολοένα και πιο αταξικές  μεταβιομηχανικές δυτικές κοινωνίες της υψηλής κοινωνικής κινητικότητας…»
Οι απανταχού μαρξιστές θα αποδεχόταν με αγαλλίαση την είδηση ότι ο μαρξισμός ξόφλησε. Θα μπορούσαν τότε να παρατήσουν τις πορείες και τις διαδηλώσεις και να  επιστρέψουν στους κόλπους της οικογένειας και τον φίλων  τους και να αρχίζουν να κάνουν λιγότερο βαρετά πράγματα   από το να παραβρίσκονται σε ανιαρές συνεδριάσεις κάποιας επιτροπής. Ο μαρξισμός είναι προσωρινή υπόθεση και όποιος επενδύει σε αυτόν όλη του την ταυτότητα έχει χάσει το νόημα. Το όλο νόημα είναι η ζωή μετά τον μαρξισμό. Η «προσωρινή» αυτή υπόθεση θα τελειώσει όταν καταφέρει να βγάλει στην σύνταξη τον αντίπαλο του καπιταλισμό του οποίου αποτελεί την πιο διεισδυτική, αυστηρή και εμπεριστατωμένη κριτική. Χωρίς καπιταλισμό δεν υφίσταται μαρξισμός και το αντίστροφο. Κανείς σοβαρός επικριτής του Μαρξ δεν αμφισβητούν  τα παραπάνω. Το επιχείρημα τους είναι ότι ο καπιταλισμός έχει μεταβληθεί τόσο από την εποχή του Μαρξ ώστε οι ιδέες του έχουν πάψει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Μαρξ όχι μόνο είχε πλήρη συνείδηση της διαρκούς μεταβαλλόμενης φύσης του καπιταλισμού, αλλά σε αυτόν οφείλουμε την  έννοια των διαφορετικών μορφών κεφαλαίου. Γιατί η ριζική αλλαγή του καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες καθιστά ανυπόληπτη μια θεωρία που βλέπει τη μεταβολή ως ουσιώδες χαρακτηριστικό του .
Στα 1976 πολλοί στην δύση πίστευαν ότι ο μαρξισμός έχει να πει κάτι ουσιαστικό, 10 χρόνια μετά μεγάλος αριθμός από αυτούς είχε πάψει να το πιστεύει. Τι συνέβη ; Σίγουρα δεν ανακάλυψαν ότι ο Μαρξ ήταν στην δούλεψη του καπιταλισμού, γιατί αυτό ήταν γνωστό. Χωρίς την ευγενική  χορηγία της υφαντουργίας Έρμεν & Ένγκελς (του πατέρα Ένγκελς ο πάντα φτωχός Μαρξ θα πέθαινε από πείνα και δεν θα μπορούσε να ξεσηκώνει τους εργάτες εναντίο τους. Αυτό που άλλαξε είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Πέρασμα από την παραδοσιακή βιομηχανία στην «μεταβιομηχανική» κουλτούρα του καταναλωτισμού των επικοινωνιών, της τεχνολογίας της πληροφορικής, της βιομηχανίας των υπηρεσιών και της μικρής κλίμακας αποκεντρωμένων μη ιεραρχικά δομημένων επιχειρήσεων. Ενώ συγχρόνως οι αγορές απορυθμιστήκαν, το εργατικό κίνημα και οι ταξικοί δεσμοί φθίνουν. Αυτές τις αλλαγές ο καπιταλισμός της έκανε όχι γιατί ήταν κεφάτος και χαρούμενος. Αλλά γιατί είναι  τόσο ανασφαλής, φοβισμένος και καταθλιπτικός στον αγώνα εξασφάλισης του ποσοστού κέρδους, ώστε ακόμα και η κοινωνική δημοκρατία να θεωρείτε οικονομικά ασύμφορη και ριζοσπαστική. Όμως οι ριζοσπάστες του 1976, έβγαλαν μετά από δέκα χρόνια τα μπλουτζίν, ξύρισαν γένια, μαλλιά φαβορίτες και εγκατέλειψαν τον μαρξισμό, όχι μόνο γιατί ο καπιταλισμός   άλλαξε αλλά κυρίως γιατί αποδείχτηκε σκληρό καρύδι. Η απαξίωση του μαρξισμού εδράζετε κυρίως σε μια υποβόσκουσα αίσθηση πολιτικής ανικανότητας. Σε τελική ανάλυση όμως αν δεν αντισταθείς στο φαινομενικά αναπόφευκτο δεν θα  μάθεις ποτέ πόσο αναπόφευκτο ήταν στην πραγματικότητα. Οι ίδιοι άνθρωποι αν περίμεναν 20 χρόνια θα έβλεπαν ένα καπιταλισμό που με δυσκολία κρατά ανοιχτά τα μηχανήματα ανάληψης μετρητών στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους . Ακόμα μια ολόκληρη ήπειρο νότια της διώρυγας του Παναμά να ριζοσπαστικοποιήται. Το «τέλος της ιστορίας» που προέβλεψαν οι επικριτές του Μαρξ, λόγω της ήττας του εργατικού κινήματος και του πιο ριζοσπαστικού ρεύματος στην ιστορία, του επαναστατικού εθνικισμού, έχει φτάσει πια στο τέλος του. Έχει αρχίσει να διαφαίνεται το ενδεχόμενο ενός μέλλοντος  στο οποίο οι μεγιστάνες θα βρίσκουν καταφύγιο στις οπλισμένες και οχυρωμένες κοινότητες τους . Ενώ ένα περίπου δισεκατομμύριο υπόλοιποι Δυτικοί θα κατοικούν δυσώδεις παραγκουπόλεις, περικυκλωμένοι από ειδικούς φρουρούς και συρματοπλέγματα.
Όμως οι αλλαγές του καπιταλισμού στην δύση, είναι πολύ μικρό μέρος αυτού που συμβαίνει στον κόσμο. Η κατάσταση που κανείς συναντά στις ανερχόμενες δυνάμεις Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Βραζιλία κ.τ.λ καθόλου δεν μοιάζει με την σύγχρονη δύση και τις  αλλαγές που περιγράψαμε αλλά με την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η Γκουανγκντόνγκ η Σαγκάη και οι άλλες ειδικές ζώνες στην Κίνα θυμίζουν ολοένα και περισσότερο Μάντσεστερ και Γλασκώβη του 1840. Μήπως τελικά αυτό που έχει παλιώσει είναι ο καπιταλισμός.

Παιδοκτονία




                                
Παιδοκτονία

Η παιδοκτονία και γενικά η εγκληματικότητα ανάμεσα σε μέλη της ίδιας οικογένειας δεν είναι ασυνήθιστh  μορφή εγκλήματος στα διεθνή χρονικά. Τα εγκλήματα αυτά έχουν συνήθως ως χώρο τις κλειστές αγροτικές κοινωνίες και τις κλειστές κοινωνικές ομάδες, λόγω του αιμομικτικού , τους χαρακτήρα.

   Tέτοιας μορφής έγκληματα, δείχνουν με τον ποιο γλαφυρό την διαρραγή  του κοινωνικού ιστού. Είναι ένα έγκλημα που εμπεριέχει  την αρκετά συνηθισμένη μορφή συναισθηματικής ανωριμότητας, αυτήν που  ο άνδρας αισθάνεται επιβεβαιωμένος μόνο με την επιβολή στον ερωτικό του συντρόφου. Αυτά τα εγκλήματα αρκετές φορές έχουν, όπως και για την Μήδεια του Σοφοκλή, την μορφή εκδίκησης προς τον ερωτικό σύντροφο. Για να κατανοήσουμε πόσο συνηθισμένη είναι , η ψυχική κατάσταση των δραστών, παρότι συνήθως δεν οδηγεί στο έγκλημα,  θα κάνουμε ένα παραλληλισμό, μοιάζει με την αρκετά διαδομένη σκέψη κατά την διάρκεια ενός ερωτικού ανταγωνισμού, ότι θα θέλαμε να δούμε την αντίδραση του ερωτικού μας συντρόφου σε περίπτωση θανάτου μας, φυσικά δεν αυτοκτονούμε γιατί δεν θα ζούμε για να δούμε την "επιτυχία" μας. Στους δράστες τέτοιων εγκλημάτων , η συναισθηματική ανωριμότητα και τα πάθη των στιγμών, τους εμποδίζει να τιθασεύσουν τον πρωτογονισμό που υπάρχει μέσα στην φύση όλων μας.
Η δολοφονία  ενός παιδιού, είναι ανθρωποκτονία και ανήκει στα λεγόμενα «κλασικά» εγκλήματα, εκείνα δηλαδή που παρατηρούνται διαχρονικά και διατοπικά. Δεν εντάσσονται στις παροδικές εξάρσεις της εγκληματικότητας, αυτό που ονομάζουμε «κύματα εγκληματικότητας». Τα παιδιά είναι τα «αθώα» θύματα σε αντιδιαστολή με τα «προκλητικά» θύματα, εκείνα που συμμετέχουν ή προκαλούν την εγκληματική ενέργεια σε βάρος τους.
Η  Εγκληματολογία  ισχυρίζεται  ότι τα παιδιά ανήκουν στην κατηγορία των πολιτισμικά νομιμοποιημένων θυμάτων, που σημαίνει ότι η ίδια η κοινωνία, ο ίδιος ο πολιτισμός μας, κατασκευάζει τέτοιες κατηγορίες πληθυσμού. Εδώ τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποστούν μια εγκληματική ενέργεια σε βάρος τους συγκριτικά με άλλα άτομα ή κατηγορίες. Το συμπέρασμα είναι ότι τα παιδιά είναι ευάλωτα και θυματοποιούνται περισσότερο

  Η παιδοκτονία ερμηνεύεται σαν πράξη εγκλήματος. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι κατ’ αρχήν έχουμε να κάνουμε με μια προσωπικότητα εγκληματία. Είναι μια ανώριμη προσωπικότητα, εγωκεντρική, η οποία έχει δυσκολία συναισθηματικής συμμετοχής και διακρίνεται ως εκ τούτου για την ψυχρότητα και την απόσταση που έχει στη σχέση του με τους άλλους.
Το άτομο με τέτοιου είδους προσωπικότητα δεν ανέχεται ούτε την παραμικρή ανοχή πάνω στην επιφάνεια του ναρκισσισμού του..
Έτσι, λοιπόν, παρουσιάζεται η παρορμητικότητα και ερμηνεύεται μέσα από την αδυναμία να την ελέγξει, διότι οι μηχανισμοί άμυνάς του είναι ανεπαρκείς, λόγω της ανωριμότητάς του και του ναρκισσισμού του.
Ειδικότερα, ο δράστης που χρησιμοποιεί τα παιδιά σαν μέσο εκδίκησης ενάντια σε συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή στη μητέρα, δείχνει ότι αφενός μεν έχει πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, δηλαδή δεν διακατέχεται ούτε από παραλήρημα ούτε από ακουστικές ή οπτικές ψευδαισθήσεις, ούτε πιστεύει ότι τον καταδιώκουν, στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια αποδιοργανωμένη προσωπικότητα, αλλά προσχεδιάζει στο μυαλό του το τι θα κάνει, γνωρίζοντας τις συνέπειες.
Συμπερασματικά, λοιπόν, είναι θέμα χρόνου ή να το απωθήσει τελείως και να δημιουργήσει κενό μνήμης, όπως συμβαίνει με μερικούς από τους δολοφόνους ή εν καιρώ να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα της πράξης του και να δώσει τέλος στη ζωή του.
Η συγκρότηση μιας προσωπικότητας έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ατόμου να ελέγχει ορμές, παρορμήσεις και επιθυμίες από την πρωτόγονη πλευρά του εαυτού του.
Κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών, είτε πρόκειται για άνδρα είτε πρόκειται για γυναίκα: Η εκπληκτική συναισθηματική ψυχρότητα και απόσταση απέναντι στις ανθρώπινες βιολογικές και ψυχικές αξίες

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Να γιατί δεν ενώνονται οι προλετάριοι όλων των χωρών



Να γιατί δεν ενώνονται οι προλετάριοι όλων των χωρών (του Θοδωρή Χονδρόγιαννου)

Από POPGANDA. GR



Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική πρόοδος άλλαξαν ριζικά τη ζωή του δυτικού κόσμου, θέτοντας στο περιθώριο συνδικάτα και εργατικές ενώσεις. Έχει το εργατικό κίνημα θέση στην κοινωνία του 21ου αιώνα; Κάποιοι πιστεύουν πως ναι.
Μία μέρα του Απρίλη, το 1914, μέλη της εθνοφρουράς του Κολοράντο ήρθαν σε ένοπλη σύγκρουση με Αμερικανούς απεργούς ανθρακωρύχους. Οι εργάτες ζούσαν σε σκηνές που είχαν εγκατασταθεί στην ύπαιθρο, αφού τους είχαν διώξει από τα σπίτια που τους είχε παραχωρήσει η εταιρία για την οποία δούλευαν. Η ένοπλη συμπλοκή βρήκε νεκρούς αρκετούς ανθρακωρύχους, συμπεριλαμβανομένου ενός 12χρονου αγοριού που δούλευε στα ανθρακωρυχεία, ενώ υπήρξαν θύματα και από την πλευρά της εθνοφρουράς.
Επρόκειτο για τη Σφαγή του Λάντλοου, ένα από τα πολλά στιγμιότυπα μίας παρατεταμένης σύγκρουσης που συγκλόνισε για χρόνια την Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα. Το διακύβευμα ήταν μια ριζική κοινωνική αλλαγή: Θα μπορούσαν οι ανθρακωρύχοι, το βιομηχανικό προλεταριάτο και οι εργάτες γης του νεαρού ακόμη βιομηχανικού κράτους να οργανώσουν εργατικές ομάδες και συνδικάτα με στόχο να διαπραγματευτούν για καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως το μισθό τους, τις ώρες εργασίας και την κοινωνική ασφάλιση;
Αν οι εργάτες του Λάντλοου έκαναν ένα ταξίδι στο σήμερα, θα παρατηρούσαν πολλά κοινά με την εποχή τους, όπως οικονομική ανισότητα, ανεργία, φτώχεια. Όμως ταυτόχρονα θα παρατηρούσαν και μία διαφορά που θα τους πλήγωνε: την ανυπαρξία των συνδικάτων.

Εργάτες στις ΗΠΑ στα μέσα του 20ού αιώνα.
Κανείς θα αναρωτιόταν τι σημασία έχουν όλα αυτά σήμερα, την εποχή που η υποχώρηση του εργατικού κινήματος θεωρείται μία ανεπίστρεπτη πραγματικότητα, απότοκο της παγκοσμιοποίησης και της αυτοματοποίησης της οικονομίας που κινούνται στον αστέρα της μεταβιομηχανικής εποχής.
Την απάντηση επιχείρησε να δώσει το περιοδικό The Atlantic, με ένα άρθρο το οποίο φαντάζει αιρετικό για τα φιλελεύθερα δεδομένα του Δυτικού κόσμου.
Ενώ σήμερα συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τη συνεχώς διευρυνόμενη ανισορροπία πολιτικής ισχύος μεταξύ των συμφερόντων των εργαζομένων και εκείνων των οικονομικών ελίτ, Ρεπουμπλικάνοι και Νεοφιλελεύθεροι σε ΗΠΑ και Ευρώπη αντίστοιχα εκθειάζουν την ελεύθερη αγορά, απευχόμενοι την επιστροφή των συνδικάτων. Όμως το ίδιο φαίνεται να κάνουν και οι πολιτικές δυνάμεις – Δημοκρατικοί σε ΗΠΑ και Σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη – που εξέφραζαν ιστορικά τα αιτήματα των συνδικάτων σε κυβερνητικό επίπεδο.
Το γιατί τα πράγματα πήραν αυτή την κατεύθυνση, γιατί αυτό είναι πρόβλημα και τι μπορεί να γίνει για να επανέλθει η πολιτική με άξονα την εργασία, αποτελούν ζητήματα που πραγματεύονται δύο συγγραφικά πονήματα που επιχειρούν να επαναφέρουν το «εργατικό ζήτημα» στο επίκεντρο του αμερικανικού – και όχι μόνο –  δημοσίου διαλόγου. Πρόκειται για το βιβλίο του ιστορικού Steve Fraser The Age of Acquiscence και το βιβλίο Only One Thing Can Save Us, το οποίο έγραψε ο Αμερικανός εργατολόγος Thomas Geoghegan.
Αμφότεροι υποστηρίζουν πως η αποτελεσματική καταπολέμηση της συνεχώς διευρυνόμενης οικονομικής ανισότητας απαιτεί κάτι παραπάνω από φορολόγηση των πλουσίων ή κυβερνητικά προγράμματα για την υποστήριξη των φτωχών. Η φιλελεύθερη γκάμα λύσεων απέναντι στη στασιμότητα του εισοδήματος – η σύλληψη του Thomas Piketty για ένα παγκόσμιο φόρο πλουσίων, η πρόταση της Elisabeth Warren για φθηνότερα φοιτητικά δάνεια – δεν μπορούν να αλλάξουν το υπάρχον πολιτικό κλίμα. Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζει ο Geoghegan, η επικέντρωση των προσπαθειών σε μία συνεχή απόκτηση δεξιοτήτων είναι ανεπαρκής για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων σε μία οικονομία που βασίζεται στη βραχυπρόθεσμη εργασία.
Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν πως, σε ένα σύστημα παραμορφωμένο σαν το σημερινό, το «εργατικό ζήτημα» αποτελεί κλειδί για να καταπολεμηθούν όχι μόνο οι οικονομικές ανισότητες αλλά και οι πολιτικές και πολιτιστικές συνέπειες που οι πρώτες αναπαράγουν. Για να επανακτηθεί μέρος της δημοκρατικής κουλτούρας και αξιών, τις οποίες έφθειραν η ανισότητα και ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η παραγωγή και κατανάλωση προϊόντων στον καπιταλισμό του 20ού αιώνα.

Ανθρακωρύχοι σε παραπήγματα του Λάντλοου το 1914.
Τα παραπάνω δύο συγγράμματα, που απηχούν τις θεωρίες της Σχολής της Φρανκφούρτης – αν όχι το περιεχόμενο, σίγουρα το πνεύμα, που είναι πιο σημαντικό – αξίζουν την προσοχή μας για τους εξής λόγους:
1. Υιοθετούν μία πραγματιστική ανάλυση της πορείας του εργατικού κινήματος, το οποίο, από σκληρός κριτής των οικονομικών και πολιτιστικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς κατέληξε να ενσωματωθεί πλήρως από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που γνώρισε πρωτόγνωρους ρυθμούς παραγωγικότητας το δεύτερο μισό του 20 αιώνα.
2. Αναζητούν μία αξιόπιστη απάντηση στο ζήτημα της «χαμένης αγωνιστικότητας» που χαρακτηρίζει το σημερινό κόσμο. Ήταν ο δυναμισμός τον οποίο απέπνεε η οικονομία που έκανε τους εργάτες του περασμένου αιώνα να είναι πιο «τολμηροί στο να οραματιστούν ένα μη-καπιταλιστικό μέλλον», αναφέρει στο βιβλίο του ο Fraser. Παρακινούμενες από τις ουτοπικές τους ελπίδες, όλο και μεγαλύτερες μερίδες εργατών βρήκαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τις ανισότητες που τους περιέβαλλαν – ένα πνεύμα γενναιότητας που σήμερα έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί.
3.  Επιχειρούν να αποδείξουν ότι το εργατικό κίνημα συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική σταθερότητα, την κοινωνική ανεξαρτησία και την ενστάλαξη του ιδεώδους της «κοινωνικής κινητικότητας μέσα από σκληρή δουλειά», αντιλήψεις και αρχές που ασπάστηκε ιστορικά η λεγόμενη μεσαία τάξη.
4. Έρχονται να θέσουν ερωτήματα σε μία εποχή που ο παραγόμενος πλούτος συγκεντρώνεται στα χέρια μίας οικονομικής ελίτ, σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα που υπήρχαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1% των πλουσιότερων κατοίκων της Αμερικής κατέχει σήμερα το 40% του πλούτου και συγκεντρώνει το 20% του εθνικού εισοδήματος. Πρόκειται για ποσοστά ανάλογα με εκείνα των αρχών του 20ού αιώνα (και κατά πολύ αυξημένα από τα αντίστοιχα 25% και 9% της δεκαετίας του 1970).
5. Οι αναλύσεις τους τοποθετούνται στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας που επικρατεί στην εργασία: οι χαλαρότεροι δεσμοί με τη μονάδα παραγωγής, η μερική εργασία, τα συνεχώς εναλλασσόμενα ωράρια και η αύξηση των «freelancer συνεργατών» είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν αποσυνθέσει το παραδοσιακό εργασιακό περιβάλλον, με ανάλογες συνέπειες στους δεσμούς των εργαζομένων και τη συμμετοχή τους στα συνδικάτα.
Από οικονομική άποψη, κάποιο μπορεί να υποστηρίξουν ότι κράτη με τόσο μεγάλες οικονομικές ανισότητες, όπως οι ΗΠΑ και τα μέλη της ΕΕ (επισημαίνεται ότι η Γερμανία βρίσκεται στην κορυφή των ευρωπαϊκών κρατών με βάση τις οικονομικές ανισότητες των πολιτών τους), είναι καταδικασμένα σε συνεχείς περιόδους ύφεσης, υψηλά επίπεδα ανεργίας και δημοσίου χρέους. Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν οι Fraser και Geoghegan, τα βαθύτερα προβλήματα είναι ηθικά και πολιτικά. Οι αδυσώπητες ιεραρχικές σχέσεις που οι οικονομικές ανισότητες αναπαράγουν εκκολάπτουν στην κοινωνία μία νοοτροπία ήττας και γενικής παράλυσης. Σε κάθε στρώμα της σύγχρονης κοινωνίας, η ιδέα ότι μετράνε μόνο εκείνοι που έχουν λεφτά επαληθεύεται καθημερινά. Από το επίπεδο ιατρικής περίθαλψης που έχουμε μέχρι τον παιδικό σταθμό που στέλνουμε να παιδιά μας, η αποκοπή των φτωχών από τους πλούσιους καθιστά αδύνατη μία κοινή κοινωνική εμπειρία.

Μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον με τους κανόνες ενός παλαιού πολιτικού παιχνιδιού; Κανείς δεν ξέρει. Αν όμως το εργατικό κίνημα έχει ακόμη έναν κοινωνικό ρόλο να διαδραματίσει, αυτόν θα πρέπει να τον αναζητήσει με πολύ κόπο, επιχειρώντας να χτίσει εκ του μηδενός κάτι πραγματικά νέο, κάτι διαφορετικό από αυτό που γοήτευσε τους ανθρακωρύχους του Λάντλοου. Το τι μπορεί να είναι αυτό – με τι θα μοιάζει και το πώς θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε την κοινωνία – είναι ίσως ένα από τα αναπόφευκτα ερωτήματα του 21ου αιώνα